Ποίημα
Άσχημοι δαίμονες τρυπάνε το κεφάλι μου,
μπαίνουν βαθιά
και ροκανίζουν το μυαλό μου.
Μαύρα πανιά σφραγίζουνε τα μάτια μου,
και δρόμους δύσβατους
πατά το λογικό μου.
Κλαίω, φωνάζω…
θέλω να σωθώ,
μα πώς να βγω
απ’ το «δωμάτιο» το κλειδωμένο;
Έχω δεθεί μ’ αόρατα σχοινιά,
το συναίσθημα—
αρρωστημένα παγωμένο.
Μια χαραμάδα ψάχνω για να βρω,
τον ουρανό να δω,
ίσως χαράξει.
Θα ’χει φεγγάρι κάπου,
έστω μακριά…
Το λίγο φως—
μήπως τους δαίμονες τρομάξει.
Τότε φαντάζομαι ξημέρωμα να ’ρθει.
Ο ήλιος, χείμαρρος,
κάθε κακό να πνίξει.
Φωτιά να πάρει κάθε σκέψη μου κακή,
το θολωμένο μου μυαλό να εξαγνίσει.
Άλλες φορές τα καταφέρνω μαγικά,
και οργισμένη σπάω τα «σχοινιά» μου.
Στο καπνισμένο τζάμι του μυαλού
ρίχνω γροθιά,
και παίρνω αέρα—
να πλυθούν τα σωθικά μου.
Και τότε λέω:
πάει,
τέλειωσε, αυτό ήταν…
Βρήκε την τρύπα στην ψυχή
και μέσα γλίστρησε—
ο φορτωμένος φθόνο εφιάλτης.
Λάθος μηνύματα ο νους μου δέχτηκε
κι έγινε αδέξιος ακροβάτης.
Εγώ είμαι εδώ,
ο ήλιος ψηλά,
το φως του με γιατρεύει,
κι ένα τραγούδι από παλιά,
σαν χάδι, με νταντεύει.
Μα η ώρα περνά,
φεύγει το φως.
Η σκιά μου με κυκλώνει…
Νάτοι—
οι δαίμονες ξανά!
Θεέ μου, γιατί;
…….
Πάλι νυχτώνει.
©️2025 Ειρήνη Χουσιάδου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
