Ποίημα
Μηχανή κυβισμού σπάει το φράγμα της αντοχής μου
Το δωμάτιο αίφνης γίνεται χίλια κομμάτια.
Ο καφές γεμίζει σκόνη
και πικρίζει απίστευτα.
Ο Οκτώβρης βγάζει τις ζεστές του παντόφλες
και βγαίνει στον κήπο ξυπόλητος.
Τον χαζεύω χαμογελώντας
” Η ροδιά σου ρίχνει κλεφτές ματιές
Μάζεψε τα καμάρια της κι έλα ξανά δίπλα μου
Μου έλειψες και το ξέρεις”.
Ώρα βαμμένη κίτρινη
Τα μικρά των αρκούδων γουργουρίζουν στις σπηλιές των Αγράφων.
Ο τόπος μου ξέρει να γαληνεύει
τις τρικυμίες μου.
Δεν μπορώ πια άλλα ναυάγια.
Μικρή χελώνα εγκαταλείπει τον βρεγμένο κήπο αργόσυρτα
Ήχος ελικοπτέρου γρατσουνάει τις σιδεριές στο μπαλκόνι του ήλιου
Παιδιά με ποδήλατα δυναμιτίζουν τα εφηβικά μου όνειρα
Υπήρξα;
Έζησα;
Δεν μου αρέσει που μέσα σε μια εποχή μεγάλωσα τόσο
Ωραία ήταν η μέρα μου σήμερα
Χωρίς απρόοπτες μεταναστεύσεις ελπίδων
Χωρίς ανούσια παράπονα
απωθημένων συμπλεγμάτων.
Το ποτήρι της γαλήνης ξέχειλο
Μα
Πώς να πιώ μονορούφι
τόσο μεθυσμένο
από τον μούστο της ζωής Φθινόπωρο
χωρίς τη θαλπωρή του βλέμματός σου…
©2026 Φιλαρέτη Βυζαντίου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
