You are currently viewing Η άποψη του ποιητή * Παναγιώτη Κουμουνδούρου

Η άποψη του ποιητή * Παναγιώτη Κουμουνδούρου

Η ποιητική τοπογραφία της Σπυρούλας Τριανταφύλλου
Από το τραύμα της ψυχής στην κάθαρση του φωτός

Στη διαρκώς μεταβαλλόμενη γεωγραφία της νεοελληνικής γραμματείας, η ποιητική φωνή της
Σπυρούλας (Ρούλας) Τριανταφύλλου υψώνεται ως ένας χαμηλόφωνος, δωρικός και εν κατακλείδι
λυτρωτικός ψίθυρος. Με καταγωγή από την εύφορη αλλά και σκαμμένη από την ιστορία γη της
Αμαλιάδας Ηλείας, και με πνευματικό ορμητήριο από το 1985 το αιγαιοπελαγίτικο φως των
Λευκών της Πάρου, η ποιήτρια συνθέτει έναν απόλυτα προσωπικό βηματισμό.
Η γραφή της κινείται με σπάνια αισθητική ισορροπία στον ευαίσθητο αρμό όπου η συλλογική
μνήμη της ελληνικής περιφέρειας συναντά την υπαρξιακή αγωνία της σύγχρονης αποξένωσης.
Γεννημένη στη Φαντασία, ακροβατεί ανάμεσα στη σιωπή και τον λόγο. Με αιμάτινο μελάνι
και περίτεχνες λέξεις, υφαίνει τη μελωδία της ψυχής, εκεί που η λογική σταματά.
Υπηρέτρια του «σ’ αγαπώ» και του «αντίο», μετατρέπει τα ανείπωτα σε στίχους, ύμνους και δάκρυα.
Καθώς ο χρόνος αλλάζει, κρύβεται, αποκαλύπτεται και, μέσα από την Ποίηση, ελευθερώνεται.

Μέσα από:
Ματιές της ζωής από το κέντρο του Αιγαίου, 2013
Πληγές που θρέψαμε, 2015
Τα ανέγγιχτα του χρόνου, 2017
Απανθίσματα, 2018 (Συλλογικό έργο)
Μνήμες, 2019 (Διηγήματα)
Μικρές εξορίες, 2020
Θραύσματα της ξενιτιάς, 2020

Το ποιητικό της ιδίωμα εγγράφεται οργανικά στον σύγχρονο Βιωματικό Λυρισμό και την Υπαρξιακή
Ποίηση του Νόστου και της Απώλειας. Δεν πρόκειται για έναν επιδερμικό ή ανέφελο λυρισμό,
αλλά για μια εσωτερική, εξομολογητική αρχιτεκτονική του λόγου.
Η Τριανταφύλλου αποστρέφεται τη στομφώδη ρητορεία και τα επιτηδευμένα καλολογικά στοιχεία.
Επιλέγει λέξεις καθαρές, ζυμωμένες με το αλάτι της θάλασσας, το βρεγμένο χώμα, το αίμα της
μνήμης και τη χειμωνιάτικη βροχή. Στο ποιητικό της εργαστήριο, η φύση μεταμορφώνεται σε
οργανικό φορέα συναισθημάτων, σε μια αντικειμενική υπόσταση, όπου τα πέτρινα πηγάδια,
τα γυμνά κυπαρίσσια, τα σκοτεινά ποτάμια και οι νυχτερινοί βοριάδες γίνονται οι καθρέφτες
της ανθρώπινης ψυχής.
Στην πολυετή συνθετική της διαδρομή, η ποιήτρια διαγράφει μια συνεχή εσωτερική ανέλιξη.
Το ξεκίνημά της με τη συλλογή «Ματιές της ζωής από το κέντρο του Αιγαίου» (2013)
ορίζει το γεωγραφικό και συναισθηματικό της παρατηρητήριο. Εκεί, το νησιωτικό τοπίο
γίνεται το πρώτο πεδίο υπαρξιακής κάθαρσης. Όπως σημειώνει η ίδια,
«Γαλάζιο του Αιγαίου αιχμαλωτίζω σ’ ένα βλέμμα μου Στου ήλιου μου το χοροστάσι η
κάθαρση και η λύτρωση συνάμα».
Η εικόνα του πελάγους λειτουργεί ως μεταφορά μιας εσωτερικής πυξίδας, όπου το βλέμμα
αιχμαλωτίζει το φως για να μετουσιώσει τα εσωτερικά σκότη σε λυρική ευλογία.
Με τη μεταγενέστερη συλλογή «Πληγές που θρέψαμε» (2015), η γραφή της αποκτά βαθιά
τραγικότητα και υπαρξιακή πυκνότητα.
Η ποιήτρια δεν λειάνει τις γωνίες του πόνου, αντιθέτως, τον ανασκάπτει και τον αγκαλιάζει.
Στο ποίημα «Τοπίο», η συναισθηματική πίεση κορυφώνεται μέσα από μια σειρά απόλυτων
μεταφορών, καθώς γράφει:

«Κραυγή μαρμαρωμένη η σιωπή
και ο γαρμπής αμείλικτος…
Με τρύπια χέρια κράτησα
σοδειά της Άνοιξης, κίτρινα φύλλα».

Η προσωποποιημένη σιωπή που «μαρμαρώνει» αποδίδει την απόλυτη παγερότητα του τραύματος,
ενώ τα «τρύπια χέρια» γίνονται το οπτικό σύμβολο της ανθρώπινης αδυναμίας να
συγκρατήσει τη φευγαλέα ευτυχία.
Παράλληλα, στο ποίημα

«Ο Τοίχος», η ποιήτρια
συμπυκνώνει τη διαλεκτική του εγκλεισμού και της απελευθέρωσης με τους στίχους:

«Ο τοίχος που χωρίζει…
Ο τοίχος έπεσε.
Το δωμάτιο πλημμύρισε φως»,

όπου ο «τοίχος», αλυσιδωτό σύμβολο της αποξένωσης, γκρεμίζεται, επιτρέποντας στο φως
να εισβάλει λυτρωτικά.
Η υπαρξιακή αγωνία της Τριανταφύλλου φτάνει στο απόγειό της όταν ο ποιητικός της λόγος
συμπυκνώνεται στην κραυγή της αυτοδιάσωσης. Κεντρικός πυρήνας αυτής της πορείας είναι η
αδιαμεσολάβητη επιθυμία για ύπαρξη, η οποία διαπερνά ολόκληρη τη δομή των νεότερων
στίχων της.

Στο εμβληματικό ποίημα «Θέλω να ζήσω», η ποιήτρια αναμετριέται με
τα δεσμά του χρόνου και τις εσωτερικευμένες φοβίες:

«Παγιδεύτηκα στον χρόνο.
Στο σώμα μου, χρόνια μ’ αναζητώ.
Μια σκιά από το παρελθόν στα βήματά μου.
Με στοιχειώνει.
Μια φυλακή υπάρχει γύρω μου.
Φοβάμαι, να δραπετεύσω».

Εδώ, το σώμα γίνεται ο τόπος της αλλοτρίωσης, μια «φυλακή» όπου το παρελθόν λειτουργεί
ως σκιά και εχθρός. Ωστόσο, η ποιητική φωνή δεν παραδίνεται στη μοιρολατρία.
Η εσωτερική σύγκρουση κορυφώνεται με την απόλυτη συνειδητοποίηση:

«Οι σκόπελοι στα μέσα μου.
Εχθρός μου;
Εγώ! Θέλω να ζήσω».

Η αναγνώριση πως ο εαυτός είναι ο κύριος εμποδιστής μετατρέπεται σε κινητήρια δύναμη.
Η ποιήτρια αποφασίζει να «στραγγίσει την αδυναμία της», να ανασύρει την
«κρυμμένη πανοπλία» και να διακηρύξει την έξοδο προς μια «νέα πατρίδα».
Το «Θέλω να ζήσω» παύει να είναι μια απλή παράκληση και μετουσιώνεται σε πράξη
ποιητικής και υπαρξιακής επανάστασης. Αυτή η αναζήτηση νέας πατρίδας και η ανάγκη για
υπαρξιακή άγκυρα αποτυπώνονται ανάγλυφα στο ποίημα «Χαράζει».
Η ποιήτρια μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα «λησμονημένο σε χάρτη νησί», έναν τόπο
απόλυτης απομόνωσης όπου

«με πυξίδα σπασμένη το καράβι
και οι φίλοι μακριά…
άδειασε η φωνή, αδερφέ μου
κανείς δεν είναι εδώ να δει το δάκρυ».

Μπροστά στην υπαρξιακή ερημιά, η Τριανταφύλλου επιστρατεύει τη μνήμη ως μαγικό χαλί
για να επιστρέψει στις ρίζες της, στη «λασπωμένη αυλή» της παιδικής ηλικίας,
αναζητώντας τους χαμένους συντρόφους («Αριστείδη, Γιώργο, Πάνο, Αδερφέ!») και τη χαμένη
αθωότητα. Παρά την απώλεια της μητέρας και το σιωπηλό παράπονο του γκιώνη, η ποιητική πράξη
παραμένει ο μοναδικός τόπος όπου η ελπίδα ξαναγεννιέται:

«Ένα νησί,
ένας χάρτης,
εγώ…
Πάνω σε στίχους χαράζει».

Η γραφή γίνεται η αυγή που διαλύει το σκοτάδι του εγκλεισμού. Η βιοθεωρία της ποιήτριας
ολοκληρώνεται στο εξομολογητικό ποίημα «Έτσι μεγάλωσα».
Εδώ, η δωρική λιτότητα των παιδικών χρόνων συνδέεται άρρηκτα με τον πνευματικό της πλούτο:

«Με μια φέτα ψωμί και ζάχαρη,
ένα τσαμπί σταφύλι,
τη γεύση του ώριμου σύκου.
Δίπλα στα πέτρινα πηγάδια,
με χώμα και αρώματα στις χούφτες,
κράτησα τον ήλιο στα δάχτυλα».

Η φύση (τα πέτρινα πηγάδια, τα περήφανα κυπαρίσσια, η αλμύρα) δεν είναι απλό φόντο, αλλά
ο θεμέλιος λίθος της συγκρότησής της. Η ποιήτρια έμαθε να μην φοβάται τη βροχή και
να πιάνει τον άνεμο από το χέρι, διαμορφώνοντας μια ακατάβλητη εσωτερική δύναμη:

«Δεν ήμουν πλούσια σε πράγματα,
μα είχα φωνή και άνοιξη».

Η δική της «πατρίδα» μεγάλωσε «απ’ το χώμα ως τον ουρανό», αποδεικνύοντας ότι το βίωμα
του πόνου και της στέρησης μετατρέπεται σε φως και τραγούδι που αντηχεί ακόμα στα
βάθη των πηγαδιών.

Παράλληλα, στο ποίημα «Μονόλογος ενός άθλιου ρόλου», η Τριανταφύλλου προβαίνει σε μια
αμείλικτη αποδόμηση των κοινωνικών προσωπείων:

«Μήνας Σεπτέμβρης
Το μεγάλο ρολόι στον τοίχο δείχνει 5:48’…
Μπροστά στον καθρέφτη χαμογελά,
χορεύει, ξεγελά τον εαυτό της χρόνια…
Στις ευθείες γωνίες σπάζουν τα συναισθήματα φτερά πεταλούδας».

Η οπτική παρομοίωση των συναισθημάτων με φτερά πεταλούδας που συνθλίβονται στις
«ευθείες γωνίες» της λογικής αποκαλύπτει τη δραματική σύγκρουση της ανθρώπινης
ευθραυστότητας με τους σκληρούς συμβατικούς ρόλους.
Η ποιητική της ασκητική γίνεται ακόμα πιο αυτοαναφορική στο ποίημα «Νάρκισσος»,
όπου γράφει:

«Κουρνιάζω σε λέξεις.
Φτιάχνω ποιήματα.
Μέσα μου κήποι αυθαίρετοι…
Κρυώνω στη μοναξιά των στίχων…
Άδοξος ποιητής, πρώτη τάξη, θρανίο δεύτερο.
Εγωισμός ο δάσκαλος επί παντός επιστητού».

Η ποίηση απογυμνώνεται από κάθε ματαιοδοξία και επαναορίζεται ως ένας τόπος εσωτερικού ψύχους,
όπου ο ποιητής αναμετριέται με τη γύμνια και τα όριά του.
Η κοινωνική της ευαισθησία διευρύνεται στο «Αιμάτινο Ποτάμι»:

«Επτά μέρες κι επτά νύχτες
Άνοιξε ο ουρανός.
Αίμα βροχή…
Εμείς, βρήκαμε καταφύγιο,
στου παρελθόντος την κουβέρτα.
Στην πονηρή φενάκη κλείσαμε τα μάτια μας…
Ξεπουλημένες συνειδήσεις,
πλασματικές αξίες,
ευημερούντες αριθμοί
στο αιμάτινο ποτάμι».

Με την αλληγορία της «ματωμένης βροχής» και την ορθογραφημένη κατηγορία της «πονηρής φενάκης»,
η ποιήτρια στηλιτεύει την εθελοτυφλία μιας κοινωνίας που υποτάσσει την ηθική της υπόσταση
στους ψυχρούς δείκτες των αριθμών.
Στη συλλογή «Τα ανέγγιχτα του χρόνου» (2017), η ποιήτρια στρέφει τη ματιά της στη φθορά
και στα ανείπωτα αισθήματα:

«Στις παρυφές της λήθης τα λόγια μας,
αμέτρητοι καημοί που σταυρώθηκαν…».

Η μεταφορά των λόγων που «σταυρώνονται» αποδίδει μια μαρτυρική διάσταση στην ανθρώπινη σιωπή.
Ακολουθεί η συλλογή «Μικρές εξορίες» (2020), όπου η έννοια του εσωτερικού εκτοπισμού
αποτυπώνεται εμβληματικά στο ποίημα «Αυτοεξόριστοι»:

«Εκ γενετής αυτοεξόριστοι
σκαλίζαμε σκοτάδι να δούμε άπειρο…
Στάζουν απ’ τα χείλη μας καρφιά,
η ανάσα μας κρεμάστηκε σ’ αγχόνες».

Η ποιητική της ωριμότητα κορυφώνεται στα «Θραύσματα της Ξενιτιάς»
(από τη συνθετική συλλογή «Σημείο Συνάντησης», 2020). Η ξενιτιά παύει να είναι απλός
τοπικός αποχωρισμός και μετουσιώνεται σε υπαρξιακό «γόρδιο δεσμό».
Στο ποίημα «Της Ξενιτειάς», η ποιήτρια ψιθυρίζει:

«Στης μοναξιάς σου το δωμάτιο εγκλωβισμένος…
Μη με πονάς άλλο καρδιά,
κράτα μου ένα ψέμα για τέλος».

Το «ψέμα» εδώ δεν είναι δόλος, αλλά μια παραμυθητική αλληγορία, μια εσχατολογική προστασία
της ψυχής απέναντι στην αβάσταχτη αλήθεια του αποχωρισμού.
Στο ποίημα «Σκαρί Χάρτινο», η θαλασσινή της εικονοποιία συναντά την υπαρξιακή καρτερία:

«Μαύρο κύμα η ελπίδα,
έρωτας μετέωρος καλπασμός,
ψυχή, σκαρί χάρτινο,
με το κατάρτι μεσίστιο…
Κι αν είμαι σκαρί χάρτινο…
Η ψυχή μου πια ταξιδεύει σε γαλάζιο ουρανό».

Η αντίθεση ανάμεσα στην ευθραυστότητα του «χάρτινου σκαριού» και την ακατάβλητη βούληση της ψυχής
να αρμενίσει στο γαλάζιο συμπυκνώνει τη νίκη της ανθρώπινης θέλησης απέναντι στη φθορά.
Στο ποίημα «Σε έναν στίχο», η ποιήτρια διακηρύσσει την ποιητική της ελευθερία:

«Δυο λόγια θα γράψω
Όπως μιλώ, όπως προσεύχομαι
Εκεί είμαι ελεύθερη
Σε ένα στίχο
Στο στίχο που γράφω
Εκεί αναπνέω!
Εκεί το φως μου θα βρω…
Μια λέξη μόνο φτάνει
Για να σπάσει η σιωπή».

Η ποίηση ταυτίζεται με την αναπνοή και την προσευχή, μια ιερή πράξη όπου η λέξη γίνεται
η σπίθα που διαλύει το σκοτάδι.
Στο ποίημα «Το ‘σ’ αγαπώ’», η Σπυρούλα Τριανταφύλλου παραδίδει την απόλυτη παρακαταθήκη της:

«Το ‘σ’ αγαπώ’ και το ‘αντίο’…
Όσα έζησα, μελάνι
βαμμένο κόκκινο βαθύ…

Απ’ το ‘αντίο’ βγάζω ρίζες
κι απ’ τον πόνο βγαίνει φως.
Δεν είμαι σκιά του χθες
ούτε κλωστή σε παλιό ιστό
Είμαι η φωνή που αντηχεί».

Στο τέλος αυτού του ταξιδιού, η ποίηση της Σπυρούλας Τριανταφύλλου δεν ζητά να επιβληθεί
με θόρυβο, αλλά να κατοικήσει μυστικά στις εσωτερικές σιωπές του αναγνώστη.
Είναι μια τέχνη δωρική και συνάμα βαθιά αισθαντική. Από την πρώτη της συλλογή έως την
υπαρξιακή διακήρυξη του «Θέλω να ζήσω», την αναπόληση του «Χαράζει» και τη βιωματική
σοφία του «Έτσι μεγάλωσα», η ποιήτρια μας μαθαίνει την πιο δύσκολη αλήθεια,
πως όσες θύελλες κι αν γκρεμίσουν τα πέτρινα πηγάδια της νιότης μας, όσα «αντίο» κι αν
χαράξουν την καρδιά μας σαν βαθιές πληγές, η ψυχή του ανθρώπου παραμένει ένα ακατάβλητο,
αιώνιο σκαρί. Ένα σκαρί που ξέρει να βγάζει ρίζες μέσα από το αίμα της μνήμης,
να στραγγίζει την αδυναμία του και να μετατρέπει το κάθε τραύμα σε μια ηλιόλουστη,
αιώνια ανατολή.

©2026 Παναγιώτης Κουμουνδούρος
Αρθρογράφος * Ποιητής
Αφιέρωμα Σπυρούλα Τριανταφύλλου

Παναγιώτης Κουμουνδούρος

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ * ΠΟΙΗΤΗΣ Κάτοικος Σπάρτης, με εργασία στην Επαγγελματική Εκπαίδευση εκπαιδευτικός Μηχανολόγος στη ειδικότητα. Μετανάστης για δέκα χρόνια στη Γερμανία εμένα και δούλευα έξω από το Dortmund στο Castrop-Rauxel. Σήμερα καθηγητής στο 1ο ΕΠΑΛ.Λ.ΣΠΑΡΤΗΣ - αρθρογράφος σε πολλά σημαντικά λογοτεχνικό και πολιτικ;o-κοινωνικά site e-enimerosi.com (ομογένεια Γερμανίας) - spartorama.gr

This Post Has One Comment

  1. Σπυρούλα Τριανταφύλλου

    Σας ευχαριστώ θερμά για την εξαιρετική παρουσίαση. Με εκτίμηση, Σπυρούλα Τριανταφύλλου.

Αφήστε μια απάντηση