Ζήτημα χρόνου της Γεωργίας Αγγελή

Ζήτημα χρόνου της Γεωργίας Αγγελή

Η χωροφυλακή έσπασε την πόρτα της μικρής μονοκατοικίας  στην ήσυχη  γειτονιά. Η γειτονιά είχε μαζευτεί έξω από την αυλόπορτα, όλοι ανυπόμονοι περίμεναν κανένας δεν  μπορούσε να πλησιάσει, απαγορευόταν. Οι χωροφύλακες αντίκρυσαν  ένα φρικτό θέαμα…

*******************************************************************************************************

Ο Μένιος γεννήθηκε το 1907 σ ένα μικρό χωριό του κάμπου.  Δεν ήταν  ευλογημένη εγκυμοσύνη αλλά αποτέλεσμα βιασμού.

Η ανήλικη Παναγιώτα μπήκε στο μάτι του αφέντη και ένα απομεσήμερο καθώς περπατούσε στη δημοσιά την άρπαξε πάνω στο άλογο του πήγαν στη ρεματιά και εκεί τη βίασε αδιαφορώντας για τα παρακάλια και τις φωνές της. Αυτό συνεχίστηκε κάμποσο καιρό. Ώσπου μια μέρα λιποθύμησε καθώς μαγείρευε και πέφτοντας χτύπησε λίγο στο κεφάλι. Σαν συνήλθε έριξε νερό στο πρόσωπο της και αποφάσισε να πάει στη γιάτρισσα του χωριού.

Η κυρά-Μαρίκα, σοφή γυναίκα που ήξερε όλα τα βότανα και τα γιατρικά, περιποιόταν πληγές, έκοβε το σαρλίκι (ίκτερος), ξόρκιζε τα δαιμόνια, ξεμάτιαζε, έκανε προξενιά και βέβαια ξεγεννούσε τις γυναίκες. Στο χωριό τη φοβόντουσαν όλοι  την έλεγαν μάγισσα, αλλά την είχαν ανάγκη μιας και γιατρός δεν υπήρχε στην περιοχή.  Γιατρός εκείνα τα χρόνια; Δυσεύρετος και μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα, έπρεπε να πας ώρες ταξίδι με το  μουλάρι και βέβαια να έχεις μπόλικους παράδες. Έτσι αυτές οι σοφές γυναίκες που βρισκόντουσαν σχεδόν σε κάθε χωριό τελούσαν χρέη γιατρού, ξεματιάστρας, προξενήτρας πολλές φορές, μαμής και βέβαια μάγισσας. Για  φάρμακα ούτε λόγος, βότανα και μαντζούνια που έφτιαχνε η ίδια. Βέβαια στα σοβαρά περιστατικά δεν μπορούσε καμιά από αυτές να κάνει τίποτα. Γι’  αυτό κάποιοι πέθαιναν από μια απλή σκωληκοειδίτιδα ας πούμε, που την αντιμετώπιζαν σαν πονόκοιλο κάνοντας το τραγικό λάθος να βάζουν ζεστό κεραμίδι στον μέρος που πονούσε. Κανείς όμως δεν ζητούσε ευθύνες από αυτές τις πρακτικές γιάτρισσες. Έλεγαν ότι αυτό ήταν το γραφτό τού ανθρώπου που πέθανε, αυτό ήθελε ο Θεός και έθαβαν τον αδικοχαμένο χωρίς άλλες διαδικασίες. Σκοταδισμός και αμορφωσιά επικρατούσε εκείνα τα χρόνια. Οι φτωχοί  έσκυβαν το κεφάλι στη μοίρα και στον «αφέντη» και έτσι κυλούσε η ζωή τους.

Η Παναγιώτα μπήκε με χίλιες προφυλάξεις στο σπίτι της κυρά-Μαρίκας λαχανιασμένη από το τρέξιμο. Μόλις της είπε τα συμπτώματα που είχε όλο αυτό τον καιρό η απάντηση της έπεσε σαν κεραυνός στο κεφάλι της.

«Γκαστρωμένη είσαι μωρή μαύρη που το ‘χεις το κεφάλι σου;»

Δέθηκε κόμπος η γλώσσα της λέξη δεν μπορούσε να πει.

«Αϊ ξάπλωσε να δούμε  πόσο προχωρημένο είναι το πράγμα και τι μπορώ να κάνω»

Η τετραπέρατη αλεπού μυριζόταν τα παράνομα από μακριά. Την δουλειά της δεν ήξερε; Αν ήταν νόμιμο  πρώτον θα το γνώριζε αφού για τον κάθε συγχωριανό μάθαινε τα πάντα μέχρι έβδομης γενεάς και δεύτερον μόλις της είπε τη διάγνωση πρασίνισε η μικρή. Αν ήταν έρωτας στη μέση θα το χαμόγελο θα ζωγραφιζόταν από το ‘να αυτί στο άλλο. Σε λίγη ώρα η Παναγιώτα ξέρασε όλες τις λεπτομέρειες καθώς την εξέταζε. Σαν τέλειωσε την εξέταση δεύτερος κεραυνός για την Παναγιώτα.

«Μωρή θεοσκοτωμένη τώρα μου κουβαλήθηκες; Το πράγμα είναι πολύ προχωρημένο δεν γένεται τίποτα. Αλλά βέβαια δεν έχεις μάνα να σε ορμηνέψει. Αυτά η μάνα τα καλύπτει και τα φροντίζει».

Ορφανή η Παναγιώτα από  πέντε χρονών η μάνα της πέθανε ύστερα από «ανεξήγητη» αρρώστια που κράτησε λίγες μέρες. Είπαμε οι άνθρωποι  τότε πέθαιναν ακόμα και από  απλές αρρώστιες. Απόμεινε η Παναγιώτα με τον κύρη της και 3 θεριά ως ‘κει πάνω τα αδέρφια της. Σκληροί άνθρωποι, πρωτόγονοι, επιστάτες στα κτήματα του αφέντη, κυκλοφορούσαν ζωσμένοι με φυσεκλίκια και  έβγαζαν την κουμπούρα για ψύλλου πήδημα. Αν μάθαιναν για την εγκυμοσύνη θα την έσφαζαν στο γόνατο κι ας ήταν ο αφέντης ο πατέρας. Άλλωστε εκείνος ήταν παντρεμένος με παιδιά ποιος θα την πίστευε ότι έγινε παρά τη θέλησή της; Θα την έσφαζαν για να μην την πομπέψουν ανάποδα στο γάιδαρο όπως συνήθιζαν τότε  με όλες τις «παστρικές».

«Τώρα; Τι θα κάνω τώρα;» κατάφερε να ψελλίσει. Είχε γίνει κάτασπρη σαν το χαρτί η μούρη της.

«Τώρα τι να σου πω κι εγώ; Επικίνδυνο πράγμα να το ρίξουμε θα πεθάνεις κι εσύ»

«Πως θα το καλύψω; Τι θα κάνω;»

«Μη στεναχωριέσαι όλα γένονται άμα βάλεις και εσύ το χεράκι  σου»

Το ‘πιασε το υπονοούμενο.

«Θα σου δώσω ό,τι μου ζητήσεις»

«Απ’  ότι υπολογίζω ο πατέρας σου το ‘χει το κομπόδεμα του τόσα χρόνια στη δούλεψη του αφέντη. Έχει κάνει ατιμίες που τις ξέρω όλες μια μια.  Λοιπόν τρεις λίρες θα μου φέρεις και εγώ και θα σου πω πως να καλύψεις την εγκυμοσύνη και πως θα ξεφορτωθείς το μπάσταρδο»

«Τρεις λίρες; Παναγία μου που θα τις βρω;»

«Δεν ξέρω δικό σου πρόβλημα» και γύρισε την πλάτη να πάει να της ανοίξει την πόρτα. Δείγμα ότι δεν σήκωνε άλλη κουβέντα.

Έφυγε μουδιασμένη σα να την περιλούσανε με παγωμένο νερό. Έπρεπε να βρει λύση γρήγορα, η κοιλιά της ήδη φαινόταν λιγάκι φουσκωμένη. Σήμερα- αύριο ο κύρης της θα το ‘παιρνε χαμπάρι και τότε…

Τις επόμενες μέρες με καρδιοχτύπι έψαξε το σπίτι σπιθαμή προς σπιθαμή. Ήξερε ότι έχει κρυψώνες για το κομπόδεμα του αλλά που ήταν; Μέχρι πίτα στον Αϊ Φανούρη έταξε για να τις βρει. Ένα βράδυ στάθηκε τυχερή. Άκουσε τον πατέρα της να γυρίζει αργά στο σπίτι, εκείνη καμώθηκε την κοιμισμένη. Ένιωσε να πλησιάζει το κρεβάτι της να βεβαιωθεί ότι η κόρη του κοιμάται. Μόλις κατάλαβε ότι απομακρύνεται σηκώθηκε ξυπόλητη και τον ακολούθησε σαν την γάτα. Τον είδε να μπαίνει στο κελάρι και να τραβάει τη μεγάλη βαρέλα με το λάδι της χρονιάς.  Δεν χρειάστηκε να κάτσει κι άλλο, κατάλαβε. Την άλλη μέρα έκανε την άρρωστη για να μην πάει στα χωράφια και μόλις έφυγαν όλοι κατέβηκε στο κελάρι.  Τράβηξε με δυσκολία την μεγάλη βαρέλα που ήταν πάμβαρη, ψηλάφισε τον τοίχο και βρήκε αμέσως την τρύπα. Τράβηξε το τούβλο που την σκέπαζε και έβγαλε το πουγκί που ήταν μέσα. Θαμπώθηκαν τα μάτια της! Οι λίρες ήταν πολλές, αποφάσισε να μην πάρει μόνο τρεις. Θα κανόνιζε και το μέλλον της γιατί σιγά ο αρχιτσιγκούνης ο πατέρας της να της έδινε πολλές λίρες για προίκα. Μόνο θα έκλεβε λίρες σιγά σιγά για να μην το καταλάβει. Δεν ήταν βλάκας. Υπέθεσε ότι δεν τις μέτραγε συχνά όταν  πρόσθετε κι άλλες. Έτσι πήρε πέντε υπολογίζοντας ότι πέρα από την αμοιβή της κυρά Μαρίκας θα αντιμετώπιζε κι άλλα έξοδα μέχρι να γεννήσει.

Όταν έβαλε τις τρεις λίρες στην παλάμη της κυρά-Μαρίκας σχηματίστηκε ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό της.

«Το ‘ξερα ότι είσαι ξύπνιο κορίτσι. Λοιπόν στρώσου τώρα κάτω να σε ορμηνέψω τι θα κάνεις. Μην νοιάζεσαι για μετά τη γέννας η καλή κυρά-Μαρίκα όλα θα τα φροντίσει».

Έτσι έμαθε πως να σφίγγει την κοιλιά της με λωρίδες υφάσματος και να φαρδύνει λίγο τα φορέματα της για να μην φαίνεται. Ένα βράδυ ο πατέρας της την κοίταζε εξεταστικά.

«Σα να πάχυνες μου φαίνεται. Τι έγινε;»

«Τίποτα πατέρα απλώς τον τελευταίο καιρό όλο γλυκά ορέγομαι. Τρώω συνέχεια, δεν ξέρω τι μ έπιασε. Προχθές με κέρασε η κυρά-Βαγγελιώ  ένα βαζάκι γλυκό βύσσινο και το έφαγα όλο σε δυο μέρες! Ούτε που σκέφτηκα να σε κεράσω»

«Κανόνισε κακομοίρα μου να γίνεις σα φοράδα. Ποιος θα σε πάρει μετά»

Λούφαξε στη θέση της και η καρδιά της χόρευε σαν τρελή. Από την άλλη μέρα έτρεξε στην κυρά-Μαρίκα να της  δώσει πιο φαρδιά ζώνη και πιο σκληρή που πιανόταν με σούστες. Της έκοβε την ανάσα τόσο σφίξιμο αλλά δεν την ένοιαζε. Ούτε για το μωρό νοιαζόταν, το μισούσε. Αμάν να γεννήσει να το ξεφορτωθεί.

Τα νερά έσπασαν ένα σούρουπο που ευτυχώς ήταν μόνη στο σπίτι. Ο πατέρας και τα αδέρφια της είχαν πάει για δουλειές του αφέντη σε μακρινά χωριά που είχε υποστατικά και θα έμεναν εκεί το βράδυ. Θα γύριζαν σε κάνα δυο μέρες . Έκανε τον σταυρό της και ευχαρίστησε την Παναγία για την προστασία της. Οι πόνοι την έσφαζαν αλλά δεν μπορούσε να ξεμυτίσει από το σπίτι έπρεπε να περιμένει να περάσουν τα μεσάνυχτα που δεν θα κυκλοφορούσε ψυχή στους δρόμους. Σύρθηκε ως το σπίτι της κυρά-Μαρίκας και χτύπησε αδύναμα στην πόρτα. Μέχρι να ανοίξει σωριάστηκε στο κατώφλι. Η κυρά-Μαρίκα την σήκωσε με κόπο και την έβαλε να ξαπλώσει. Της έδωσε να δαγκώσει ένα πανί να μην ακουστούν οι φωνές της. Γέννησε σχεδόν αμέσως γιατί οι πόνοι ξεκίνησαν από το απόγευμα, το σώμα της ήταν έτοιμο.

Το κλάμα του μωρού ακούστηκε σιγανά λες και δεν ήθελε να εκθέσει τη μάνα του.

«Αγόρι! Να σου ζήσει» φώναξε η κυρά-Μαρίκα.

«Να μου ζήσει; Ανάθεμα την ώρα που γεννήθηκε ο μπάσταρδος. Να τον στείλω από ΄κει που ήρθε θέλω»

«Όχι! Μεγάλη αμαρτία να σκοτώσεις το παιδί σου. Άσε θα σε τακτοποιήσω τώρα, να ξεκουραστείς και πριν χαράξει φεύγεις για να μην σε δουν. Θα τον κρατήσω εγώ. Θα μηνήσεις του πατέρα σου ότι έχεις πυρετό που δεν πέφτει και ότι θα σε πάω εγώ σε γιατρό στη χώρα. Εκεί θα το δώσουμε στο ορφανοτροφείο. Να το μεγαλώσουν εκεί»

«Και μετά εγώ; Δηλαδή όταν παντρευτώ τι σεντόνι θα δείξω; Θα με σκοτώσει ο γαμπρός αν δει ότι τον γέλασα»

«Χαχαχαχα μην ανησυχείς. Σου είπα, η κυρά-Μαρίκα θα τα τακτοποιήσει όλα. Σαν έρθει η ώρα της πρώτης νύχτας του γάμου σου, όταν παντρευτείς  με το καλό, θα σου δείξω πως θα βάλεις μέσα σου, συκώτι πουλιού πριν πλαγιάσεις με τον άντρα σου. Αφήνει  τον σωστό λεκέ αίματος στο σεντόνι. Ε, θα καμωθείς ότι πόνεσες κιόλας. Οι  άντρες ξεγελιούνται εύκολα. Μόνο που…»

«Δέκα λίρες κρυφά από μένα για να μου κάνεις το καλύτερο προξενιό και σαν πάρω την προίκα μου άλλες σαράντα. Θα φροντίσω να σου κάμει δώρο κι ο άντρας μου και ο αφέντης»

«Ξύπνησες βλέπω! Τσακάλι έγινες»

«Λύκαινα κυρά-Μαρίκα έγινα. Το πάθημα μου έγινε μάθημα. Να μη με λένε Παναγιώτα αν δεν γίνω αρχόντισσα. Και μην σκας όταν γίνω να ξέρεις πως όσους με βοηθάνε εγώ δεν θα τους ξεχνώ. Μείνε πλάι μου να τα κουκουλώσεις και θα βγεις κερδισμένη».

Η κυρά-Μαρίκα γέλασε ικανοποιημένη. Η συμφωνία έκλεισε. Σε λίγους μήνες η Παναγιώτα παντρεύτηκε το καλύτερο αρχοντόπουλο του κάμπου. Μέχρι κι ο αφέντης της έκανε δώρο χρυσές λίρες που κράτησε  το στόμα της κλειστό. Τα παιδιά του ήταν κοντά στην ηλικία της δεν τον σύμφερε να βγει βρώμα γύρω από το όνομά του. Άλλωστε το είχε μάθει για την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και πως η Παναγιώτα το κουκούλωσε το πρόβλημα χωρίς να τον ενοχλήσει. Γι’ αυτό η κυρά-Μαρίκα πήρε και από αυτόν ένα γερό μπαξίσι, χώρια αυτά που πήρε από τον γαμπρό. Έτσι η Παναγιώτα έγινε η αρχόντισσα που ονειρεύτηκε κι η κυρά-Μαρίκα έτρωγε με χρυσά κουτάλια.

 

 

*****************************************************************************************************

Στο ορφανοτροφείο ένα ξημέρωμα βρήκαν στο κατώφλι καλά τυλιγμένο σε κουβέρτες ένα αγοράκι που έκλαιγε. Στα ρούχα του είχε ένα σημείωμα: «Είναι αβάφτιστος, τον μισώ κρατήστε τον για να μην τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια». Η μοίρα είχε αποφασίσει ήδη για την ζωή του.

Τον κράτησαν και τον βάφτισαν Μένιο. Ο Μένιος μεγάλωσε σ΄ ένα κολαστήριο. Ξύλο, κλείδωμα στην σκοτεινή αποθήκη για ψύλλου πήδημα και πείνα. Πεινούσε διαρκώς, πολλά βράδια κοιμόταν νηστικός. Το χαρτί της βάφτισής του, τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή: «Αριστομένης Προγώνης, αγνώστου μητρός και αγνώστου πατρός» ένα τίποτα δηλαδή. Βορρά στα δόντια του κάθε λύκου. Όσοι υπηρετούσαν στο ορφανοτροφείο, όλο τους τον σαδισμό και την κακία τους την έβγαζαν πάνω στα απροστάτευτα παιδάκια. Είχαν απόλυτη εξουσία επάνω τους. Ένα μεσημέρι τον βίασε ένας από τους νοσοκόμους στην αποθηκούλα. Τον έσυρε σαν τσουβάλι εκεί και άγρια και βασανιστικά ξέσπασε τις ορέξεις του στον οκτάχρονο Μένιο. Όταν τελείωσε το μαρτύριο τον απείλησε:

«Μη τυχόν και το μαρτυρήσεις θα σε βρουν πνιγμένο και κανείς δεν θα νοιαστεί για σένα μπάσταρδε. Θα σε παραχώσουν σ ένα λάκκο και μήτε σταυρό δεν θα σου βάλουν. Κανείς δεν θα σε γλιτώσει γι’ αυτό σκάσε και σταμάτα να κλαις. Ούτε η μάνα σου δεν σε ήθελε όταν σε πέταξε στην πόρτα, το έγραφε στο σημείωμα που βρήκαμε πάνω σου». Γέλασε σαρκαστικά κουμπώθηκε και βγήκε από την αποθήκη αφήνοντας τον κουλουριασμένο να αιμορραγεί.

Αυτή η φράση τον πόνεσε πιο πολύ από τον βιασμό. Ώστε η μάνα του δεν τον ήθελε; Τον πέταξε έτσι απλά σαν κουτάβι; Όσα όνειρα έκανε πως μια μέρα θα ερχόταν στο ορφανοτροφείο να τον πάρει για πάντα μαζί της γκρεμίστηκαν με μιας. Αυτό το σημείωμα έπρεπε να το δει με τα ίδια του τα μάτια.

Την άλλη μέρα χτύπησε δειλά την πόρτα του διευθυντή. Μέσα  σε λίγες ώρες άλλαξε η θωριά του, αγρίεψε,  η ψυχή του γέμισε μίσος. Όχι για τη μάνα του μόνο, για όλους!

Μπήκε κοιτώντας το πάτωμα και ζήτησε να δει αν υπάρχει κάτι που να βρήκαν πάνω του όταν τον πέταξαν στην πόρτα. Κανονικά ο διευθυντής θα τον πέταγε έξω με τις κλωτσιές που τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα του. Αλλά η κακία του είχε κάνει ένα αόρατο στεφάνι γύρω του. Ο διευθυντής σεβόταν και λάτρευε τους κακούς ανθρώπους τους θεωρούσε ισχυρούς. Ενώ τους καλούς τους περιφρονούσε τους υπολόγιζε για παρακατιανούς  γι’ αυτό φρόντιζε να τσακίζει κάθε καλοσυνάτο παιδί που έβλεπε στο ορφανοτροφείο.  Όταν  ο Μένιος  σήκωσε τα μάτια του από το πάτωμα και τον κοίταξε, ο διευθυντής αναγνώρισε τον λύκο που κυριαρχούσε μέσα του. Σηκώθηκε και άνοιξε ένα ερμάριο έψαξε λίγη ώρα και τράβηξε ένα κουτί. Έβγαλε ένα φάκελο από μέσα τον έδωσε στον μικρό μαζί με το πιστοποιητικό της βάφτισης του  και του είπε να του αδειάζει τη  γωνιά.

 

Ο Μένιος απόμεινε στήλη άλατος  σαν διάβασε αυτές τις 17 λέξεις: «Είναι αβάφτιστος, τον μισώ κρατήστε τον για να μην τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια». Οι λέξεις αποτυπώθηκαν στο μυαλό του σα να ήταν καμωμένες από  καυτό σίδερο. Ποτέ δεν θα τις ξεχνούσε. Έβαλε το χαρτί στον κόρφο του και εξαφανίστηκε.

Σε λίγες μέρες βρήκαν σπασμένη  την κλειδαριά από το γραφείο του διευθυντή, κάποιος είχε κλέψει ό,τι λεφτά υπήρχαν στο συρτάρι και μερικά πολύτιμα πράγματα: ένα ρολόι, μια ασημένια  ταμπακιέρα, έναν χρυσό αναπτήρα, έναν ακριβό σουγιά και μικροπράγματα που είχαν κάποια αξία. Ο διευθυντής κατάλαβε ποιος το έκανε αλλά δεν κάλεσε την αστυνομία. χαμογέλασε  μόνο ικανοποιημένος, δημιούργησε ένα τέρας. Ήταν περήφανος για τον εαυτό του.

Ο Μένιος τις πρώτες μέρες περιφερόταν άσκοπα, έκλεβε για να φάει και κοιμόταν όπου έβρισκε. Δεν πείραζε το κομπόδεμα ήταν ιερό γι’ αυτόν. Θα του εξασφάλιζε ένα καλύτερο μέλλον, άλλωστε είχε συνηθίσει στην πείνα. Άρχισε να κάνει μικροδουλειές, θελήματα, κουβαλούσε πράγματα, ό,τι έβρισκε. Προσπαθούσε να μην ξοδεύει δεκάρα. Στην πρώτη ευκαιρία έκλεβε κανένα καρβέλι ψωμί κανένα φρούτο, καμιά φορά και κονσέρβες άμα χωνόταν σε κανένα μπακάλικο την ώρα που ο μαγαζάτορας δεν τον έβλεπε. Όταν τον έπιαναν όμως τον ρήμαζαν στο ξύλο. Μετά όμως έκανε ζημιά στο μαγαζί που ο ιδιοκτήτης τον έδερνε. Παραφυλούσε για καιρό και όταν έβρισκε ευκαιρία μετά τα μεσάνυχτα έσπαγε την τζαμαρία και πέταγε μέσα βρεγμένα στουπιά ή πατσαβούρες με βενζίνη και πέταγε σπίρτα. Το μαγαζί λαμπάδιαζε κι αυτός εξαφανιζόταν τρέχοντας. Αν πάλι ήταν πλανόδιος με πάγκο χωνόταν από κάτω χωρίς  να τον δει, τρόχιζε τους άξονες του πάγκου και γλίστραγε σαν το γάτο. Ο πάγκος κάποια στιγμή έπεφτε και το εμπόρευμα σκορπούσε και γινόταν βορρά για τα πεινασμένα αλάνια. Σ ένα πλανόδιο μανάβη που τον έδειρε του σκότωσε τον γάιδαρο βάζοντας ποντικοφάρμακο στο σακούλι με την ταγή του.

Τέτοια και άλλα πολλά έκανε. Ο σουγιάς που έκλεψε από το ορφανοτροφείο ήταν η άμυνα του στις επιθέσεις από μεγαλύτερους από αυτόν αλήτες. Δεν δίσταζε να τους καρφώσει όπου έβρισκε. Έτσι άρχισαν να τον σέβονται.

Μια μέρα αφού μεγάλωσε αρκετά το κομπόδεμα του έδωσε ένα μικρό μέρος και πήρε ένα κασελάκι λούστρου που έγινε τρόπος να κερδίζει πολλά χρήματα. Όχι από το γυάλισμα των παπουτσιών όμως.

Χωνόταν σ όλα τα στέκια και αμίλητος καθώς ήταν οι άλλοι τον έπαιρναν για χαζό. Όταν τον ρωτούσαν κάτι κοίταζε τον άλλον σαν βόδι χωρίς να μιλά. Έτσι τον υπολόγιζαν για ακίνδυνο και ανοιγόντουσαν μπροστά του κάνοντας συζητήσεις με σημαντικές πληροφορίες για τις βρομοδουλειές τους. Ανάλογα μετά ή τις πουλούσε στους ανταγωνιστές τους ή τους κάρφωνε στη χωροφυλακή. Έγινε πληροφοριοδότης έτσι εξασφαλίζοντας την εύνοια και της χωροφυλακής και των κακοποιών. Σύντομα τα μεγάλα αφεντικά της πιάτσας εντυπωσιασμένοι από τις επιδόσεις του, τον χρησιμοποιούσαν για  μυστικές αποστολές που του εξασφάλιζαν μεγάλες αμοιβές. Όταν έγινε είκοσι χρονών οι καταθέσεις του στην τράπεζα γέννησαν σεβασμό στους υπάλληλους και τον διευθυντή.

Φίλους δεν είχε, πιάνεται φίλος ο λύκος; Ούτε ερωτεύτηκε ποτέ. Το μίσος δεν άφηνε χώρο για κανένα άλλο συναίσθημα. Πήγαινε τακτικά στο καλύτερο μπορντέλο και πλήρωνε αδρά για  να ικανοποιήσει τα βίτσια του. Οι μαντάμες τσακιζόταν να τον ικανοποιήσουν προφέροντας του τα ομορφότερα κορίτσια. Το επάγγελμα όμως του λούστρου κατάλαβε πως πλέον δεν ήταν κατάλληλο γι’ αυτόν. Μεγάλωσε πια καιρός να κάνει κάτι καλύτερο. Έτσι άνοιξε καφενείο που εκτός από καφέ, πρόσφερε μεζέδες, ούζο και κρασί τα βράδια. Έβαλε ναργιλέδες. Συχνά έφερνε καμιά κομπανία με μπουζούκια και μπαγλαμάδες  και το μαγαζί γέμιζε από μάγκες που πλήρωναν καλά. Φυσικά το προσωπείο του ανθρωπάκου δεν το άφησε, μεγάλωσε στον βόρβορο του πεζοδρομίου που μόνο δύσοσμα λουλούδια φυτρώνουν. Διδάχτηκε πως ο μουλωχτός, αυτός που δεν τον πιάνει το μάτι σου επιβιώνει σε όλες τις περιστάσεις, ίδιος με τον διάβολο που ποτέ δεν ξέρεις από πού θα χωθεί στη ζωή σου.

Η δουλικότητα και οι τεμενάδες που έκανε σαν έμπαιναν στο μαγαζί του τους έκανε να τον περιφρονούν και να τον περιπαίζουν. Δεν τον ένοιαζε όμως γιατί όλοι έκαναν το ίδιο λάθος άνοιγαν το στόμα τους και μίλαγαν ελεύθερα για τις δουλειές τους. Τον είχαν για χαζό, δεν τον υπολόγιζαν. Μόνο που απορούσαν όποτε έβρισκαν κάποιον μαχαιρωμένο  ή  όταν τσάκωνε η χωροφυλακή κάποιον από το συνάφι τους. Ποιος τον πρόδωσε;

 

Όταν μπήκαν  οι Γερμανοί στην Ελλάδα μια νέα σταδιοδρομία ανοίχτηκε μπροστά του, αυτή του μαυραγορίτη και του δωσίλογου. Βρήκε ευκαιρία να εκδικηθεί όποια οικογένεια φθονούσε.  Όχι για μόνο για τα χρήματα τους αλλά και για την ευτυχία τους. Μισούσε τις μονιασμένες και αγαπημένες οικογένειες και με άφατη ικανοποίηση κατέδιδε τον πατέρα ή τον γιό. Έκλεισε σπίτια, πέρασαν περιουσίες στα χέρια του, ρήμαξε ζωές.

Όμως δεν έμεινε μόνο εκεί ανακάλυψε ένα νέο είδος ηδονής που τον συνόδεψε ως το τέλος της ζωή του: τα βασανιστήρια! Μόλις μπήκε πρώτη φορά με τη μαύρη κουκούλα στα υπόγεια των Ες Ες ένοιωσε σχεδόν ερωτική ικανοποίηση που καμιά γυναίκα δεν του χάρισε. Απολάμβανε τα ουρλιαχτά και κάθε ξέσκισμα της σάρκας των πατριωτών που έπεφταν στα χέρια των Γερμανών.

Πάντα φορούσε κουκούλα για την τρελή περίπτωση που κάποιος θα επιζούσε και τον αναγνώριζε. Ήξερε μετά θα τον σκότωναν οι Έλληνες. Γιατί τους έτσι τους αποκαλούσε λες κι αυτός ήταν από άλλη χώρα. Αυτός μόνο μια χώρα αναγνώριζε, την κόλαση! Και για Θεό είχε μόνο το χρήμα.

Ο Χίτλερ βασανίζει τον Χριστό

Τα κατάφερε τόσο καλά που μετά την απελευθέρωση δεν είχε την τύχη των άλλων δωσίλογων που εκτελέστηκαν. Σαν σκιά ξεγλίστρησε από όλους και συνέχισε τη ζωή του.  Μόνο που άλλαξε  πάλι επάγγελμα. Άνοιξε κέντρο διασκέδασης προσφέροντας ακριβά φαγητά, κρασιά και βεβαίως μουσική. Στο μαγαζί του πλέον διασκέδαζε η αριστοκρατία μιας γιατί η λαϊκή μουσική πλέον δεν ήταν άκουσμα του μόνο του υπόκοσμου. Ο κόσμος υποψιαζόταν ότι έχει λεφτά αλλά δεν είχαν τόση φαντασία. Μετρητά,  ακίνητα, χωράφια μέχρι μετοχές. Αυτός κατοικούσε όμως σε μια απλή μονοκατοικία σε λαϊκή συνοικία χωρίς πολυτέλεια. Γιατί κοντά στα άλλα κουσούρια του είχε κι αυτό της τσιγγουνιάς. Λίγο το κακό όμως, μπροστά στον σαδισμό και την κακία του η τσιγγουνιά φάνταζε πλημμέλημα.

 

 

 

 

 

*****************************************************************************************************

Κόντευε τα εξήντα όταν ξεκίνησε η μαύρη περίοδος της χούντας και ο Μένιος θυμήθηκε την παλιά του δραστηριότητα: πληροφοριοδότης. Το προφίλ του δουλικού ανθρωπάκου ήταν η τέλεια κάλυψη που λειτούργησε σαν προπέτασμα καπνού.

Φυσικά έγινε φίλος με στρατηγούς και στελέχη της ΕΣΑ που τους ζήτησε να παρίσταται στα βασανιστήρια. Είχε ξεχάσει την ερωτική ηδονή που ένοιωθε κάθε φορά και ρίχτηκε με ενθουσιασμό στην κατάδοση των κουμουνιστών ακόμα και ψεύτικων. Δηλαδή όποιον φθονούσε τον κατέδιδε ως κουμουνιστή για να κλείσει πάλι σπίτια.

Το 1973 στην διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου βρήκε την ευκαιρία να κάνει κάτι που ετοίμαζε από καιρό. Είχε βάλει στο μάτι την οικογένεια που έμενε δίπλα του, του Βαγγέλη και της Σταμάτας. Είχαν δυο αγόρια τον Χρήστο και τον Μιχάλη. Αγαπημένη οικογένεια κι αυτό ήταν η αιτία να τους βάλει στο στόχαστρο. Σφαζόταν η καρδιά του κάθε φορά που έβλεπε την Σταμάτα να χαϊδεύει τα αγόρια της. Ιδιαίτερα τον μικρότερο τον Μιχάλη που ήταν ο χαϊδεμένος όλων. Η εξέγερση ήταν η τέλεια ευκαιρία να καταστρέψει την οικογένεια. Κατέδωσε τον 17 χρονο Μιχάλη σαν έναν από τους βασικούς υποκινητές και πρωτεργάτη στον πυρήνα του ΚΚΕ.

 

Φυσικά τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στα υπόγεια της ΕΣΑ. Στα βασανιστήρια του νεαρού Μιχάλη έκατσε αναπαυτικά σε μια καρέκλα σκηνοθέτη με μαύρα γυαλιά και καπέλο. Απολάμβανε με χαμόγελο.

 

Σε μια στιγμή ο μικρός λιποθύμησε και έδειχνε σαν πεθαμένος. Πετάχτηκε επάνω έβγαλε τα γυαλιά και πλησίασε κοντά  του.

«Πέθανε;»

«Δεν ξέρω κυρ Μένιο, αλλά πρέπει να τον ξεφορτωθούμε.  Θα τον πάμε σ μια κλινική και θα δηλώσουμε τροχαίο σε αγνώστων στοιχείων νεαρό άντρα και θα φύγουμε. Έχω γνωστό γιατρό μας έχει εξυπηρετήσει ξανά»

Έτσι  και έγινε. Τον παράτησαν σε μια κλινική και εξαφανίστηκαν. Η οικογένεια του τον έψαχνε μέρες τρελαμένοι από την αγωνία. Πήγαν σε όλα τα νοσοκομεία με την φωτογραφία του. Όταν τους είπαν στη μικρή κλινική ότι έχουν έναν νεαρό αγνώστων στοιχείων από τροχαίο ζήτησαν να τον δουν. Σαν μπήκαν στο δωμάτιο η Σταμάτα ούρλιαξε και λιποθύμησε. Μια μάζα ματωμένου κουφαριού είδε. Τι τροχαίο; Το παιδί τον έχουν δείρει άγρια! Και ήξεραν ποιοι μόνο που δε μπορούσαν  να καταλάβουν  πως και γιατί. Το παιδί ήταν μαθητής και δεν είχε μπλέξει ποτέ με την πολιτική. Από κείνη τη μέρα έμεναν εναλλάξ στην κλινική. Νύχτα μέρα ο Μιχάλης που χαροπάλευε είχε κάποιον από τους τρεις δίπλα του. Δεν άνοιξε τα μάτια του ούτε μια φορά. Να πει μια λέξη να καταλάβουν τι έγινε.

Ένα  μεσημέρι άνοιξε τα  πρησμένα από το ξύλο μάτια του, δίπλα του ήταν ο Χρήστος. Κάτι ψέλλισε σιγανά.

«Τι είναι αδερφούλη μου πες μου» του είπε ο Χρήστος και του έπιασε απλά το χέρι.  Έσκυψε πιο κοντά και άκουσε συλλαβή συλλαβή:

«Κυρ Μένιος…προδότης»  κατάφερε να πει με μεγάλη δυσκολία. Έγειρε το κεφάλι και ξεψύχησε σαν το κεράκι που το σβήνει ο άνεμος.

Ο Χρήστος σήκωσε τον όροφο από τις φωνές. Κατέφτασαν τρέχοντας γιατροί και νοσοκόμες. Τον βγάλανε έξω.  Αλλά ήταν πλέον αργά.

Οι τελευταίες λέξεις του αδερφού του καρφώθηκαν στο μυαλό του. Την μέρα της κηδείας είχε το θράσος να εμφανιστεί περίλυπος να συλλυπηθεί. Τον παρατηρούσε προσεκτικά και ένα σχέδιο γύριζε στο μυαλό του. Όσο καιρό  οι γονείς του θρηνούσαν αυτός προσπαθούσε να βρει άκρη.  Εμπιστεύτηκε φίλους αδελφικούς και άρχισαν να τον παρακολουθούν. Σε λίγο καιρό δεν είχαν καμία αμφιβολία για το ποιόν του. Έπρεπε να περιμένουν όμως και να μελετήσουν προσεκτικά τις κινήσεις τους.

Το καλοκαίρι του 1975 η γειτονιά βούιξε από ένα φοβερό έγκλημα! Η χωροφυλακή έσπασε την πόρτα του σπιτιού  του κυρ Μένιου ύστερα από καταγγελίες της γειτονιάς για την ανυπόφορη μπόχα που έβγαινε από μέσα. Τον βρήκαν δεμένο στο τραπέζι της κουζίνας, είχε βασανιστεί φρικτά. Έπρεπε να τον πετσόκοβαν ώρες προτού ξεψυχήσει. Το σπίτι ήταν άνω-κάτω και αποφάνθηκαν ότι μπήκαν ληστές και τον βασάνισαν για να τους μαρτυρήσει που έχει λεφτά. Το έγκλημα παράμεινε ανεξιχνίαστο και μπήκε στα αρχεία.

Ήταν ζήτημα χρόνου αυτό το τέλος για το αγοράκι του ορφανοτροφείου που μισούσε όλο τον κόσμο.

 

Γεωργία Αγγελή

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ - ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ Είμαι αφηγήτρια, ραδιοφωνική παραγωγός και συγγραφέας. Κάνω ραδιοφωνικές εκπομπές από το 2013, απόφοιτη της Σχολής αφηγηματικής τέχνης, έχω σπουδάσει επιμέλεια και διόρθωση κειμένων, μελετώ το λαϊκό παραμύθι. Στόχος μου η διάδοση του μύθου και του παραμυθιού, αλλά και του καλού βιβλίου τόσο για ενήλικες όσο και για παιδιά.