Βιβλίο – Μέρος δέκατο τρίτο.
Ένα Σάββατο η Ηρώ ξύπνησε από τα χαράματα πολύ ταραγμένη, ήξερε από το όνειρο που είχε δει ότι κάτι κακό θα τούς έβρισκε μα τι να έκανε Το όνειρο το είχε πει σε όλη την οικογένεια της είπε στα παιδιά να προσέχουν πολύ γιατί είδε τα όνομα τους. Τα φοβόταν τα όνειρα της ήταν πάντα σημαδιακά και τους κάθισε κάτω να τους το πει …
Ερχόταν μηνύματα παράξενα στον ύπνο της όνειρα που την ειδοποιούσαν πάντα, όλοι την κορόιδευαν που το συζήταγε μα ήρθε η στιγμή να τους το αποδείξει έστω και αν πονούσε ; Γιατί πονούσε πολύ υπέφερε ακόμα και στον ύπνο της ποτέ δεν ήταν ήρεμη και χαλαρή , από τότε που απέκτησε αυτό το Θείο δώρο.
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
«Είδα εγώ να τρέχω μέσα σε ένα νεκροταφείο ,σε ένα τάφο με πλάκα ήταν μι μια κοπέλα που μου έμοιαζε πολύ, γύρω της μαυροφορεμένες και έκλαιγαν η κοπέλα ήταν πάνω στην πλάκα του τάφου σαν να κοιμόταν … Πλησιάζω κοντά και τους λέω δεν έχει πεθάνει αφήστε την, της δίνω το χέρι μου και αυτή έρχεται και κολλάει επάνω μου αμέσως γίναμε ένα, άρχισαν να με κυνηγούν οι μαυροφόρες και να ουρλιάζουν … Τρέχοντας μέσα στους τάφους φτάνω σε δυο λάκκους που μέσα είχαν από μια ταμπέλα Ελένη και Δημήτρης κατάλαβα ότι ήταν για εσάς και ούρλιαξα εκεί ακριβώς ξύπνησα».
Έτσι ακριβώς τους τα είπε
«Γι’ αυτό θέλω πολύ ως τη Δεύτερα να προσέχετε ακούτε έχω τρελαθεί φοβάμαι πολύ για εσάς, εξάλλου εδώ και πολύ καιρό σας έχω αποδείξει, ότι μπορώ και βλέπω κάποια πράγματα , έχω τον λόγο σας ; Έτσι τα παιδιά κοντά της, δυο μέρες είναι θα περάσουν έλεγαν …
Όλο ανησυχία πέρασε η μέρα ξημέρωσε η Κυριακή και περίμεναν τον πατέρα της για φαγητό και την Ασημή από τον Βόλο με την οικογένεια της πια. Πρώτος ο πατέρας της με τη μαμά και τη μικρότερη αδερφή της έφτασαν σπίτι της.
«Πάμε γαμπρέ μου για ένα ουζάκι ;»
«Να μην αργήσετε μόνο ;» Δεν περνά μισή ώρα να και οι υπόλοιποι φιλιά χαρές είχαν να τους δουν πολύ καιρό, ο γαμπρός της πήγε στο καφενείο να βρει τους άντρες για τα ουζάκια τούς τα παιδιά στην αυλή παιχνίδι και οι γυναίκες να ετοιμάσουν σιγά σιγά. Έφτασε μεσημέρι οι αντάρες δεν έλεγαν να έρθουν τότε η Ηρώ παίρνει τα κλειδιά από το αμαξάκι της ένα μικρό Σκαραβαίο και πάει να τους φωνάξει νέα οδηγός πια όλο χαρά που είχε αμάξι. Φτάνοντας στο καφενείο όλοι μαζί να πίνουν τα ουζάκια τούς και να τα λένε μαζί και ο πεθερός της.
«Άντε πότε θα μαζευτείτε το φαΐ παγώνει, φεύγοντας λέει του άντρα της να φέρει και τον πατέρα του μαζί.
«Εγώ πάω να πάρω την μάνα σου εντάξει ;»
Έτσι όλοι μαζί φάγανε παρέα, με τα αστεία τους και κατέληξε μια πολύ όμορφη οικογενειακή μέρα, έτσι η Ηρώ ξέχασε πια το όνειρο της … Κατά της τέσσερις σηκώνονται να φύγουν ο πατέρας της και ο γαμπρός της είπε να κάτσουν λίγο ακόμα. Ο μπάρμπα Μήτσος ο πεθερός της λέει και αυτός ..
«Ηρώ δεν μας πας κοπέλα μου και εμάς ; Να πάρω τα χάπια μου θέλω.
«Ναι πατέρα άντε κατεβαίνετε σιγά σιγά έρχομαι»
Πάει βγάζει την ποδιά της παίρνει τα κλειδιά αλλά με το που φθάνει στην πόρτα ένα χέρι την τραβά από τον ώμο «όχι -όχι» αμέσως γυρνά πίσω και πετά τα κλειδιά στον Σταύρο μ΄ένα ύφος παράξενο …
«Σήκω εσύ θα τούς πας.
Σε άλλες συνθήκες θα γινόταν χαμός που τον σήκωσε από την παρέα η και από το ύφος της τώρα τίποτα πήρε τα κλειδιά και της είπε να φτιάξη καφεδάκια φεύγοντας. Δεν περνάν πέντε λεπτά το τηλέφωνο χτυπά .
« Ναι λέγετε ;»
«Ηρώ έλα γρήγορα με τράκαραν, οι μάνα και ο πατέρας είναι πολύ χάλια».
Πήγανε όλοι μαζί το αμάξι διαλυμένο δυο στενά πιο κάτω ερχόταν μια τρελή και έπεσε επάνω τούς στην μέση της διασταύρωσης παραβίασε στοπ … Ο Σταύρος πετάχτηκε έξω και το μαξιλάρι που είχε στο κάθισμα βρέθηκε στο κεφάλι του, που σταμάτησε το σώμα του σε μια κολόνα ευτυχώς όμως ο παππούς και η γιαγιά χάλια πολλά με ασθενοφόρο νοσοκομείο και μετά τρεις μήνες στο σπίτι της, να τούς έχει και τούς δυο πολύ χτυπημένους.
«Τελικά το όνειρο βγήκε μόνο που τα ονόματα ήταν από τα πεθερικά της, αφού τα παιδιά είχαν τα ίδια ονόματα και εκείνη που έσωσε τον εαυτό της»
«Και μετά σου λένε μην πιστεύεις στα όνειρα ;»
Αυτά όλα την έκαναν να πιστέψει ποιο πολύ. Υπάρχει ο θεός και οι δυνάμεις αυτές όπως και όταν πεθαίνουμε, χάνετε μόνο το σώμα μας η ψυχή ζει …
Φυσικά ποια ήταν μόνη της, η κουνιάδα της με όσα είχαν προηγηθεί ακόμα δεν τούς μίλαγε, έτσι όλα από την Ηρώ ο δε κουνιάδος έλειπε πάντα, τα πεθερικά της σε τρεις μήνες να μπορούσαν να σηκωθούν …
Η Ηρώ όμως είχε τον κόσμο της που την χρειαζόταν πολλές φορές.
©2023 Αναστασία Βάττη
Αρθρογράφος – Ζωγράφος – Συγγραφέας
