Αφήγημα
Το καβούκι της είχε βαρύνει πολύ. Τα πέταλά του ήταν τόσα πολλά που δεν μπορούσες πια να τα μετρήσεις. Ξεκινούσες, και στην πορεία χανόσουν. Στην πρώτη δεκάδα; Στην δεύτερη; Τι σημασία είχε; Όλα κάνανε κύκλους, κύκλους ζωής και εμπειρίας. Κύκλους χαράς και αγωνίας.
Τα πόδια της μετά βίας τη μετακινούσαν τώρα. Κάθε βήμα της έπαιρνε μια αιωνιότητα. Είχε γεράσει και η ύλη της είχε συμπυκνωθεί τόσο, που το βάρος την τραβούσε στο χώμα, λες κι ήταν αποφασισμένο να τη στείλει στην ανακύκλωση δίχως να ρωτήσει την ψυχή της αν εχόρτασε.
Κι έβλεπε τα χορταράκια μακριά να της γνέφουν δροσερά, κι η μέρες της ήταν γεμάτες αγωνία. Αγωνία αν θα καταφέρει ξανά να νιώσει τη χαρά της γεύσης αυτής του φρέσκου απαλού χορταριού με τις πρωινές δροσοσταλίδες γαρνιτούρα. Τώρα η τροφή της ήταν «ό,τι πιάσεις». Ό,τι πιάσεις η τροφή, ό,τι ακούσεις τ’ αυτιά. Ευτυχώς τα μάτια της δουλεύαν καλά ακόμη, και τούτη η χαρά της είχε απομείνει: να βλέπει τις ομορφιές της πλάσης.
Τον δρόμο δεν μπορούσε πια να τον διασχίσει μοναχή της, κείνοι οι σιδερένιοι γίγαντες τρέχανε τόσο γρήγορα και τόσο ορμητικά, που ακόμη και το δικό της το σκληρό κι αλύγιστο το γέρικο καβούκι θα το σπάγανε χίλια κομμάτια. Ο δρόμος έστεκε ποτάμι αδιάβατο μπροστά της κι έκοβε τις ομορφιές της πλάσης σε μυριάδες άπονα κομμάτια, αλύπητα κι αγέλαστα, αιώνια απόμακρα από τα δικά της όνειρα.
Και κείνη, έστεκε εκεί, στην άκρια του δρόμου, κι έβλεπε απέναντι τον φίλο της το πεύκο. Τον πεύκο που μεγάλωσαν μαζί, κι έβγαζε κείνος τις καινούριες του τις πρώτες του τις λαμπερές τις πευκοβελονίτσες, κι έβγαζε κείνη τα καινούρια της τα πρώτα της τα μαλακά σαν πλαστελίνη πεταλάκια, κι οι δυο τους μια παρέα στην αιωνιότητα ζήσανε ίσαμε 223 χρόνια.
Κι έστεκε κείνη τώρα εκεί, στην άκρια του δρόμου, και γελούσε.
Γελούσε δυνατά, γιατί μέσα της άκουγε τον πεύκο να της λέει τα αστεία του τα ωραία, κείνα τα αστεία που ‘τανε γεμάτα πράσινα θροΐσματα. Κι ας είχε ο πεύκος τώρα χάσει τη φωνή του, κι ας έγερνε μονόπαντα, υποστηλωμένος, με τον χοντρό κορμό του γεμάτο ρόζους, κι ας κρέμονταν οι κλάρες του παραφορτωμένες με γερασμένες και μισόξερες σκληρές κλάρες.
Κι ας έστεκε κείνη κουφή λιγάκι, βαριά κι αλύγιστη, στην απέναντι άκρη του ποταμού των σιδερένιων γιγάντων.
Κείνη γελούσε.
Γιατί η ζωή της δίδαξε πως όλα είναι γέλιο.
Και γελούσε.
Κι έτσι τα πλάσματα τα νέα που γύρω της απλώναν τη ζωή τους, τη λέγανε Γελώνα.
©𝛭 𝜄 𝑥 𝛼 𝜀 𝜆 𝛼 𝛲 𝜔 𝜏 𝛼 2023

Υπέροχο!