Αφήγημα
Πώς το αποφάσισε, δεν μπορούσε να το πιστέψει ούτε ο ίδιος. Δεν θυμάται τόσα χρόνια εργένης, πριν και μετά το γάμο του, να είχε κάνει κάποιο παρόμοιο εγχείρημα. Ε καλά σιγά τώρα το ριψοκίνδυνο εγχείρημα… Αυτά σκεπτόταν ενώ ξυριζόταν στην μικρή και άβολη τουαλέτα. Πέρασε και μια κόντρα με το γνωστό μπλε το ξυραφάκι και μετά άλειψε με μια ελαιώδη κρέμα το πρόσωπό του. Κατόπιν, έριξε μερικές σταγόνες απρέ ραζάζ της ίδιας φίρμας στις παλάμες του και αφού τις έτριψε απαλά μεταξύ τους, έκανε ένα ελαφρό μασάζ στις παρειές του, φτάνοντας μέχρι το γκρίζο τους.
Στις 9.10 είχε ήδη κατέβει στην κεντρική είσοδο του κτιρίου L2. Έπρεπε να πάρει το λεωφορείο των 9.25 για να προλάβει το τρένο των 9.45 ώστε στις 10.30 να βρίσκεται στο καφέ-μπαρ “Γλυκιά Συμμορία”, στην Πεύκη. Εκείνος το πρότεινε. Το είχαν ανακαλύψει εντελώς τυχαία με τον κολλητό του, τον Αλέξανδρο και η Κατερίνα το δέχτηκε με ανακούφιση μάλλον, αφού προηγουμένως του είχε εκμυστηρευθεί πως “δεν πολυγούσταρε” να προτείνει μαγαζιά. Αντίθετα της άρεσε να αλλάζει “στέκια”.
Συμφώνησαν να μη χρησιμοποιήσουν κάποιο σημείο αναγνώρισης όπως τριαντάφυλλο, ομπρέλα ή εφημερίδα. Περιέγραψαν ο ένας στον άλλο… τον εαυτό τους και επίσης αντάλλαξαν πληροφορίες για τα ρούχα που θα φορούσαν…
Ανάθεμά τον κι αν ήξερε τι κάνει και γιατί το κάνει. Ή μάλλον ήξερε. Είχε μπαφιάσει στη μοναξιά και έψαχνε μια παρέα για να πηγαίνει ένα σινεμά, σε ένα καλό εστιατόριο, σε μια συναυλία, έναν κυριακάτικο περίπατο, για έναν καφέ όπως καλή ώρα.
Όμως τώρα βρισκόταν ήδη στον τόπο του ραντεβού. Κοίταξε το ρολόι του, 10.30 τζάστ. Στην συνέχεια ξάνοιξε με το βλέμμα του απέναντι, στο βάθος της πλατείας και την είδε να παίρνει την κεντρική αλέα. Αυτή ήταν, δεν μπορεί να ήταν κάποια άλλη παρά το ραντεβού του, η Κατερίνα. Ψηλή, ίσιο κορμί σαν λαμπάδα. Μεγάλος διασκελισμός, βήμα ταχύ. Τώρα, διέκρινε καλύτερα το ντύσιμο που εκείνη του είχε περιγράψει στο τηλέφωνο. Μαύρο πανταλόνι φαρδύ στο τελείωμα του έπεφτε πάνω σε επίσης μαύρη μπότα και φούτερ ανοιχτόχρωμο, αρκετά φαρδύ, που σούρωνε στη λεπτή μέση της κι όσο περίσσευε, έπεφτε κάνοντας “φουφούλα” πάνω στους γυμνασμένους γοφούς της.
Μετακινήθηκε προς το μέρος της ενώ εκείνη τον είχε ήδη πλησιάσει αρκετά. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν θερμά. Μόλις τα σώματά τους απομακρύνθηκαν πάλι εκείνη του είπε:
-Τι ωραίο ντύσιμο είναι αυτό, έχεις καλό γούστο Χρήστο.
-Αλήθεια σου αρέσει; σε ευχαριστώ πολύ.
Κάθισαν στον εξωτερικό, στεγασμένο χώρο του καφέ. Σε ένα τραπέζι δίπλα σε θερμάστρα. Το μετεωρολογικό δελτίο μιλούσε για 18-9 θερμοκρασία. Όμως ήταν ακόμα νωρίς και η υγρασία τρυπούσε τα κόκαλα. Σε τραπέζι τεσσάρων ατόμων κάθισαν ο ένας αντίκρυ στον άλλον. Όσο προχωρούσε η κουβέντα τους τόσο του Χρήστου του φαινόταν πως την Κατερίνα την γνώριζε από χρόνια κάμποσα πριν. Και αυτή η οικειότητα που χαρακτήριζε την πρώτη επαφή τους, πέρα από συνομιλίες στο τηλέφωνο και φωτογραφίες τους που αντάλλασσαν μέσω του διαδικτύου, είχε γίνει αντιληπτή και από τους δυο. Κάτι που τους έκανε περισσότερο ευδιάθετους.
Βέβαια υπήρχαν και τα αρνητικά σημεία, όπως η διαφορά της ηλικίας. Η Κατερίνα ήταν 27 χρόνων, τελειόφοιτη γερμανικής φιλολογίας στο ΕΚΠΑ και ταυτόχρονα δασκάλα ιππασίας σε γνωστό ιππικό όμιλο των βορείων προαστίων.
Ο Χρήστος είχε πατήσει τα 60 για τα καλά. Τυπογράφος λίγο πριν τη σύνταξη. Χωρισμένος για 15 χρόνια, είχε μια κόρη δυο χρόνια μικρότερη από την Κατερίνα, Κατερίνα κι αυτή. Κι ένα γιο στην τρίτη Λυκείου, τον “Καπετάνιο του”, κατά κόσμον Αργύρης. Έφηβος, γαύρος και τα μυαλά στα κάγκελα. Τον έκαναν δυο χρόνια πριν τιναχτεί ο γάμος τους στον αέρα.
Έτσι όπως καθόταν απέναντί της την χάζευε. Οι κινήσεις της, το χαμόγελό της ο τρόπος που καθόταν στην πολυθρόνα, το γυμνασμένο της κορμί, η εναλλαγή από φως σε και σκοτάδι και αντίστροφα καθώς μιλούσε για τη σύντομη -μέχρι τότε- ζωή της, του θύμιζε την άλλη Κατερίνα.
-Αλήθεια, πώς ήρθες; Μένεις μακρυά αν δεν κάνω λάθος.
-Όχι, δεν κάνεις, αρκετά μακριά μάλιστα. Δεν με βόλευε το τρένο. Ήρθα με το αυτοκίνητο… Αν θέλεις μετά μπορώ να σε πάω πίσω.
-Α πολύ ευγενικό εκ μέρους σου καλή μου. Δέχομαι καθώς δεν θα κάνεις μεγάλη βόλτα για χάρη μου.
-Μα τι λες τώρα. Σιγά τα ωά.
Στο καφέ, που στο μεταξύ έμοιαζε με πολύβουο μελίσσι, συνέχισαν την κουβεντούλα τους. Έντονοι διάλογοι μεταξύ φίλων ή γνωστών, λόγια έρωτα, πάθους ή μίσους από ερωτευμένους, μπόλικα “φίλε μας ξέχασες;” ή “τον λογαριασμό παρακαλώ” απευθυνόμενα στους πανικόβλητους σερβιτόρους και τις χαριτόβρυτες σερβιτόρες, αμέτρητες μπάντες από παιδιά που έψελναν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, όλες μαζί κι κάθε μία χωριστά και τέλος οι ταχτικές διελεύσεις του ηλεκτρικού τρένου με κατεύθυνση πότε προς Πειραιά και πότε προς Κηφισιά συνέθεταν μια πολύχρωμη εικόνα με ήχο και κίνηση.
Τον ρώτησε πολλά πράγματα γύρω από τη δουλειά του. Άγνωστο αλλά ενδιαφέρον πεδίο για την Κατερίνα οι Γραφικές Τέχνες. Κι αυτός τη ρώτησε τόσα και τόσα για την ιππασία, τα άλογα, το πετάλωμα τους, ακόμα και για το σανό που τρώνε, ο ευλογημένος.
Κοίταξε στα κλεφτά το ρολόι του σταθμού. Μια παρά δέκα. Κοντά τρεις ώρες έφτανε η ευχάριστη συζήτηση. Της πρότεινε ευγενικά αν θα ήθελε να την συνεχίσουν σε ένα κοντινό εστιατόριο. Να της κάνει το τραπέζι. Αρνήθηκε πολύ διακριτικά εκείνη.
-Πολύ θα το ήθελα αλλά δυστυχώς έχω μια υποχρέωση που δεν μπορώ να αναβάλω. Κάποια άλλη φορά. Πιστεύω πως θα έχουμε ευκαιρίες, έτσι δεν είναι; ρητορικά τον ρώτησε με μετρημένη δόση από νάζι.
-Μα και βέβαια καλή μου Κατερίνα. Θέλει και ρώτημα;
-Θα με περιμένεις για λίγο να πάω στην τουαλέτα; και κατόπιν σιγά – σιγά αναχωρούμε.
-Φυσικά, πάρε όσον χρόνο χρειάζεσαι, δεν βιάζομαι καθόλου.
Απόμεινε να την χαζεύει καθώς χανόταν στο βάθος του καταστήματος. Στο περπάτημά της γαζέλα του θύμιζε, ή μάλλον ελαφίνα. “Ma biche” φώναζε την κόρη του. Κατερίνα κι αυτή.
Ωστόσο, μέσα του είχε οριοθετήσει την σχέση που μόλις είχε ξεκινήσει με τούτη την Κατερίνα.
– “Νά ΄μαι κι εγώ.” Εμφανίστηκε από το πουθενά διακόπτοντας ευχάριστα τον ειρμό των σκέψεών του. “Πάμε λοιπόν;”
-Μισό να πληρώσω και φεύγουμε.
-Το τακτοποίησα εγώ. Είχα κάποια ευχάριστα αποτελέσματα εξετάσεων που πήρα προχθές και γι’ αυτό κερνώ. Την επόμενη εσύ.
-Ω, δεν έπρεπε να το κάνεις. Πάντως σε ευχαριστώ πολύ και σου εύχομαι πάντα ευχάριστα νέα να έχεις.
-Να είσαι καλά Χρήστο. Πάμε λοιπόν.
Το αμάξι της δεν ήταν μακριά. Ένα μικρό κουκλίστικο ήταν. Βόλεψε τα μακριά πόδια του. Και η Κατερίνα έβαλε μπρος.
Οδηγούσε με άνεση μέσα στους στενούς δρόμους της περιοχής. Ταυτόχρονα απαντούσε σε διάφορες ερωτήσεις του Χρήστου. Κι εκείνος στις δικές της. Το GPS ήξερε καλά τη δουλειά του.
Το αυτοκίνητο στάθμευσε λίγο πιο πέρα, από την πόρτα της εισόδου.
-Εδώ είμαστε.
Αντάλλαξαν αγκαλιές. Εκείνος την ευχαρίστησε. Αυτή τον φίλησε στο μάγουλο. “Καλή πρωτοχρονιά” ακούστηκε κι από τα δυο στόματα, σχεδόν ταυτόχρονα. Και η Κατερίνα πρόσθεσε:
-Μπαμπά μου, σε αγαπώ πολύ. Α, κανόνισε με τον Αργύρη μας να βρεθούμε και οι τρεις. Έχουμε τόσα να πούμε.
Ήταν έξω από το αυτοκίνητο ήδη και αφού έκλεισε την πόρτα του συνοδηγού έσκυψε για δευτερόλεπτα να την καμαρώσει. Δεν μίλησε γιατί δεν του έβγαινε η φωνή. Της έγνεψε με το χέρι. Εκείνη ξεκίνησε. Ο Χρήστος έμεινε όρθιος στο ίδιο σημείο μέχρι το “φιατάκι” να στρίψει στη γωνία. Σκεφτόταν ότι για πρώτη φορά στη ζωή του, 60 χρόνια μετά, ένιωθε αυτό το συναίσθημα, τη λέξη που είχε δει γραμμένη, σε τόσα βιβλία που είχε τυπώσει σε σαράντα χρόνια δουλειάς. Έψιλον, ύψιλον ψιλούμενο ή όχι, ταφ, ύψιλον, χι, ιώτα, άλφα. Δεν τόλμησε να προφέρει την λέξη ολόκληρη. Προτίμησε να σκουπίσει τα δάκρυα του.
ΔΚ5124
©2024 Δημήτρης Κανελλόπουλος
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Μπράβο Δημητρη, δε θέλω να σταματήσεις να γράφεις.. ότι και αν γίνει εσυ θα συνεχίσεις.