Ποίημα
Η κόρη στο λιοτρίβι
Ήτανε και δεν ήτανε Οκτώβρης και Νοέμβρης
τότες αρχή που τρίβουνε τις μαύρες τις ελιές τος
κάτω στο Βασιλιώνοικο στου Φώτη το λιοτρίβι.
Κάποιοι λένε πως είδανε «αγερικό» να μπαίνει,
άλλοι πως λάμια ήτανε μέσα από το πηγάδι.
Μα ένας ήξερε καλά όλη την ιστορία.
Την είπε και σε μένανε κι ήγραψα το τραγούδι.
Μέσα σ’ αυτό το λουτρουβειό που όλοι κάμνουν λάδι,
κάποτε κόρη ήμπλεκε κοτσίδες τα μαλλιά της
που ‘ταν χρυσά και μακριά κι ασημοστολισμένα.
Εβούθανε τον κύρη της, το μάστορα κι εργάτη,
να κάμνει λάδι το γκαρπό, το βιός τους για να ζήσουν.
Σαν η δουλειά απόλυνε, βάρδια διπλή θα βάλουν
κι ο κύρης πήγε σπίτι του, τη γκούραση να διώξει.
Μόνη σηκώνει τα σακιά, μόνη και τις πετσέτες
που ήταν βαριές ασήκωτες, τόσο σαν να ‘ναι πέτρες.
Μόνη της στρώνει τον καρπό τον τρις ευλογημένο
και στο τσιράκι τον πατεί, λαδάκι για να τρέξει.
Τον γάδαρο ελάλησε ν’ αρχίσει να γυρίζει.
Ολονυχτίς εγύριζεν ο γάδαρος τις πέτρες,
όμως επήγε μια και δυο, επήγε τρείς και πέντε
κοντά στα ξημερώματα πέφτει της το μαντήλι
μέσα στις πέτρες τις βαριές που λιώνουνε τα πάντα.
Σκύβει χωρίς να λογιστεί, γέρνει για να το βγάλει.
Μα οι κοτσίδες μπέρδεψαν ανάμεσα στις πέτρες
που γύριζαν ολονυχτίς χωρίς να σταματήσουν.
-Σώσε με μάνα μου καλή, σώσε με Παναγιά μου,
προτού με πάρουν οι βαριές, προτού κατρακυλήσουν.
-Ας μείνω μέχρι το πρωί, το λάδι να τελειώσω.
Κι ύστερις τα ματάκια μου για σένα θα τα κλείσω.
Άκουσε τότε η Παναγιά, ‘κείνη την προσευχή της
Κι αρπά τη κόρη μονομιάς να σώσει την ψυχή της.
Πα’ το πρωί ο κύρης της, χάνει τα λογικά του.
Βλέπει το λάδι στα σταμνιά, γεμάτα, τελειωμένα,
μες τους μπουσέδες γυαλιστό, ζεστό και μυρωδάτο.
Ψάχνει να βρει την κόρη του, κανείς δεν αποκρίθει.
Ψάχνει από ‘δω, ψάχνει από ‘κει, ψάχνει και παραπέρα,
Μα ούτε φωνή ακούστηκε, ούτε καμιά φοβέρα.
Ούτε τα ρούχα βρέθηκαν, ούτε και το μαντήλι
Μονάχα τις κοτσίδες της, τις βλέπει μες το λάδι
Να κολυμπούνε σα χρυσές κορδέλες πάνω – πάνω
Εδάκρυσεν ο κύρης που ‘χασεν το παιδί του
κι εκειό το δάκρυ κύλησε πού ‘βγαιν απ’ την ψυχή του.
Μα η σταγόνα εστάθηνε κι ήρχισεν να μιλάει
και η μορφή της φάνηκε να του χαμογελάει.
-Πατέρα μου μη σκιάζεσαι και να ‘χεις την υγειά σου
Να με θυμάσαι και να λες πως ήμουνα κοντά σου.
Εκείνος το κατάλαβε πως, χτίστηκε ένας θρύλος.
Η κόρη του η όμορφη δε θα ξαναπατούσε
για να του πιάσει στις ελιές το λάδι για να βγάλουν.
Την πήρε απάνω η Παναγιά για να τηνε αγιάσει.
‘Όμως η κόρη η ξανθιά, στα μέσα του Οχτώβρη
Κάθε βραδάκι έρχεται τη βάρδια της να κάμει.
Άλλοι τη βλέπουν σα σκιά, άλλοι να λαμπυρίζει
σαν άγγελος, νεράιδα, σαν ξωτικό, γελούδα,
να στέκει χαμογελαστή ανάμεσα στις πέτρες,
εκεί μέσα στο λουτρουβειό σα σβήσουν τα φανάρια.
©2024 Μπάμπης Κοιλιάρης
Αρθρογράφος * Καλλιτέχνης * Λογοτέχνης

Ένα ακόμη εξαιρετικό ποίημα από τον Μπάμπη Κοιλιάρη το οποίο έχει μελοποιηθεί από τον ίδιο τον δημιουργό του. Αξίζει να το ακούσετε! Αναζητήστε το!
Ευχαριστούμε πολυ για την ενημέρωση.
Καλησπέρα. ευχαριστώ για άλλη μια φορά. Πράγματι αυτή η ρήμα έχει μελοποιηθεί σε ρυθμό παραδοσιακού συρτού, όπως λέει και η Μαρκέλλα. Όμως εδώ σας έστειλα την πρώτη “αυτόματη” γραφή, πριν κι από το πρώτο “χτένισμα”. Ίσως με αυτό τον τρόπο θέλω να τονίσω την αξία της αυτόματης γραφής πριν το οποιοδήποτε φτειασίδωμα προς χάριν ευφωνίας ή άλλου καλλωπισμού. Είναι ένα απλό λαϊκό ποίημα που εξιστορεί ένα τραγικό γεγονός. Δεν ξέρουμε αν είναι αληθινό.