Μιά μικρομάνα όλο δροσιά σε άδειο σπιτικό
πάλευε με την μοίρα της
Περίμενε απ’ τη θάλασσα ψηλό μελαχρινό
καμένο απ’ την αρμύρα της.
Κεφαλοπάνι άταχτο στα ρούσα της μαλλιά
παιχνίδιζε στον άνεμο
Στο ρωγοβύζι ανάσαινε σαν ήλιος στην καρδιά
το αγόρι της το αμάλλιαγο.
Σαν άλικη πανσέληνος πίσω από το βουνό
ο ήλιος εβασίλευε
Στης θάλασσας θα έπεφτε τον σκοτεινό βυθό
τον πόθο του θα σίγηζε.
Έλυσε την μπροστοποδιά που φύλαγε κρυμμένα
ψωμί , κερήθρα και νερό
Ανάσα γύρεψε να βρει στα χόρτα τ’ ανθισμένα
γουργούριζε και το μωρό.
Ανάμεσα στα στήθια της τρέχει ιδρώς σταγόνες
την ζάβγια άφησε ανοιχτή.
Μύριζαν οι πλεξούδες της άνθια από ανεμώνες
φάνηκε η γάμπα της χυτή.
Είχε αφήσει δυό χεριές στάχυα για μαξιλάρι
δίπλα απ’ την αθυμωνιά.
Στο σπίτι μοσχομύριζε ψωμί από σιτάρι
είχε τσουκάλι στη γωνιά.
Κείνη σιγοτραγούδαγε με αηδονιού λαλιά
ώ, ιερότη τής στιγμής!
Μείναν βουβά και ακούγανε γύρω της τα πουλιά
γλυκό νανούρισμα τής γης.
Στα χέρια της κοιμότανε ένας μικρός Χριστός
ήτανε ίδιος με άστρο.
Στα στήθη ο χτύπος της καρδιάς ηχούσε ρυθμικός
η αγκαλιά της κάστρο .
Το βλέμμα της ξεμάκρυνε πάνω από την σκεπή
στα δαχτυλίδια τού καπνού.
Θυμήθηκε τον κύρη της που ‘φυγε σε άλλη γη
στα απόσκια του ουρανού.
Διαμάντι ‘στάθη διάφανο στα ματοτσίνορά της
δάκρυ δεν έγινε ποτέ
Στον αργαλειό που ύφαινε η μάνα τα σκουτιά της
έσκυψε κι αναστέναξε …
©2023 Κτενά Ρούλα
Αρθρογράφος – Ποιήτρια
