You are currently viewing Διήγημα – Συγνώμη μαμά, Σ΄αγαπώ –

Διήγημα – Συγνώμη μαμά, Σ΄αγαπώ –

Διήγημα . . .

 

– ΜΗ ΝΙΚΟ, ΣΕ ΙΚΕΤΕΎΩ, ΤΙ ΠΑΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ; ούρλιαξε ικετεύοντας το μικρό κορίτσι. Εκείνος είχε κλείσει τ’ αυτιά του, είχε βγει από τούτο εδώ το σύμπαν και τα μάτια, το μυαλό, η ψυχή του ταξίδευε κάπου αλλού. Τα καυτά της δάκρυα κυλούσαν στο νωπό χώμα σαν σταγόνες πυκνής βροχής και η φωνή της αντηχούσε στο απέραντο κενό που απλωνόταν στα πόδια της.
– ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΏ ΘΑ ΚΆΝΩ ΌΤΙ ΘΈΛΕΙΣ, ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΏ, του φώναζε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων της. Η αδιάφορη στάση του όμως την έκανε να απελπιστεί.
Η Λία ήταν μόλις δεκαπέντε Απριλίων στη πρώτη τάξη του λυκείου. Ένα μικρό άβγαλτο κοριτσάκι. Ήταν μόλις λίγοι μήνες που είχε κάνει την επανάστασή της και η θύελλα στο σπίτι της ακόμα ξεσήκωνε τον κόσμο. Οι ορμόνες της εφηβείας κυριαρχούσαν στο ανέγγιχτο κορμάκι της, και η προσπάθεια συνεννόησης σε μία οικογένεια βαθιά θρησκευόμενη, με αρχές ίσως του περασμένου αιώνα, φάνταζε αδύνατη. Όταν αποφασίστηκε απ’ την οικογένεια, λόγο δουλειάς, να αλλάξει μέρος κατοικίας, η Λία ξεσήκωσε πόλεμο.
– Δεν πάω πουθενά. Είναι δυνατόν να με τραβολογάτε εσείς όπου θέλετε; Να χάσω δηλαδή τη ζωή τη δική μου για εσάς; Οι φίλες μου; Δεν θα τις ξαναδώ ποτέ; Πως είναι δυνατόν να με πάτε κάπου που όλα θα είναι ξένα για μένα; Το σχολείο μου; Τι θα γίνει με το σχολείο μου; Δεν πάω πουθενά. Να πάτε όπου θέλετε, εμένα αφήστε με εδώ με τη γιαγιά, δήλωσε αποφασιστικά. Ίδρωσαν οι γονείς της, έκαναν τα αδύνατα δυνατά να την καταφέρουν. Ώρες ολόκληρες προσπαθούσαν μια με το καλό και μια με το άγριο να της δώσουν να καταλάβει πως ήταν μονόδρομος και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Στο τέλος κατάφεραν να πάρουν τη συγκατάθεσή της, μα με μισή καρδιά.
Πράγματι τα νέα δεδομένα φάνηκαν πιο δύσκολα απ’ ότι περίμεναν όλοι. Η μικρή Λία συνοδευόμενη από μια αρκετά σοβαρή κατάθλιψη, αρνούνταν να συμβιβαστεί με τη νέα καθημερινότητα. Αν και γονείς της φρόντισαν η μετακόμιση να γίνει το καλοκαιράκι, με την ελπίδα πως θα κατάφερνε να ενσωματωθεί με την καινούρια της γειτονιά, μέσα από την ανεμελιά της εποχής, μάταιος κόπος. Η Λία όλο το καλοκαίρι έμεινε κλεισμένη μέσα στο ομολογουμένως πανέμορφο καινούριο σπίτι, μιλώντας καθημερινά με τις παλιές της φίλες στο τηλέφωνο. Η διάθεσή της για νέες γνωριμίες ήταν μηδενική.
Η αναγκαστική της εγγραφή στο λύκειο της περιοχής έγινε εν απουσία της. Αρνήθηκε πεισματικά να συνοδεύσει τη μητέρα της σ’ αυτή τη διαδικασία. “Θα πάω αφού δεν μπορώ να κάνω αλλιώς αλλά καλά θα κάνετε να μην περιμένετε πολλά από μένα πια. Όπως δε με υπολογίζεται, έτσι δε θα σας υπολογίσω κι εγώ”, έτσι τους δήλωσε το ίδιο βράδυ.
– Η κατάσταση της μικρής δεν πάει καλά, σιγοψιθύριζε η μητέρα της κάθε βράδυ στον πατέρα της την ώρα που πήγαιναν για ύπνο.
– Και τι να κάνουμε ρε γυναίκα; Μήπως εμένα μου άρεσε ο ξεσηκωμός μας; Αν δεν ερχόμασταν εδώ θα με απέλυαν, αφού της το έχουμε εξηγήσει. Ολόκληρη κοπέλα έχει γίνει πια, πρέπει να καταλάβει, έλεγε ο πατέρας της και έκοβε τη συζήτηση. Το μητρικό ένστικτο όμως ήταν σε εγρήγορση. Έπρεπε να έχει εκείνη τουλάχιστον τα μάτια της δεκατέσσαρα.
Το πρώτο κουδούνι σε λίγο θα χτυπούσε και η Λία δεν είχε κανένα σκοπό να σηκωθεί απ’ την ασφάλεια του κρεβατιού της.
– Σήκω κορίτσι μου. Σήκω να πας λίγο πιο νωρίς. Η μητέρα της είχε την ελπίδα πως η παλιότερα κοινωνική της κόρη θα κατάφερνε να ξεπεράσει αυτή την εμμονή της μοναξιάς που την κρατούσε τρεις μήνες κλεισμένη στο σπίτι.
– Καλά καλέ. Θα σηκωθώ, σιγά μη χάσω, απάντησε εκείνη ανόρεκτα.
Βαριεστημένα σηκώθηκε και ντύθηκε. Ήταν η πρώτη φορά στη μαθητική της ζωή που ο αγιασμός δεν συνοδευόταν από ενθουσιασμό. Σε δέκα λεπτά ήταν έτοιμη.
– Θέλεις να σε συνοδεύσω; Θα χρειαστώ ψώνια κι εγώ. Αν θέλεις πάμε μαζί ως το σχολείο και μετά πάω εγώ στη δουλειά μου, της πρότεινε η μάνα της.
Μια ματιά ήταν αρκετή. Η μητέρα της έκανε πίσω. Ένα στυλό και ένα παλιό τετράδιο ήταν η μόνη της συντροφιά. Ήθελε να έχει μαζί της κάτι απ’ τα παλιά, απ’ αυτά που αγαπούσε.
Η απόσταση του σχολείου ήταν αρκετή. Συχνά συναντούσε μικρές παρέες κοριτσιών και αγοριών που χαρούμενα περπατούσαν προς το σχολείο, και αφηγούνταν το ένα στο άλλο τις καλοκαιρινές τους περιπέτειες.
Εκείνη με σκυμμένο κεφάλι ακολουθούσε την καταναγκαστική διαδρομή ως “ τα κάτεργα”, έτσι της φαινόταν, αδιάφορα.
Μια δεύτερη σκιά, δίπλα στη δική της την έβγαλε απ’ τις θλιβερές σκέψεις. Σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε την απρόσκλητη παρέα, σχεδόν με μίσος.
– Τι θέλεις; είπε επιθετικά.
– Ώπα- ώπα, μη μας δείρεις κιόλας… σε είδα μόνη, είσαι νεοφερμένη αφού δεν σ’ έχω ξαναδεί εδώ τριγύρω και είπα να σε συνοδεύσω. Στο σχολείο δεν πηγαίνεις;
– Ναι.
– Σάντυ, συστήθηκε η απρόσκλητη.
– Λία, πρότεινε το χέρι εκείνη.
– Τι τάξη πας; ρώτησε η Σάντυ
– Πρώτη, εσύ;
– Κι εγώ! Γουστάρωωωω, θα είμαστε μαζί, ενθουσιάστηκε η Σάντυ.
Δεν ήταν τόσο κακή και μάλιστα τη συγκεκριμένη στιγμή ίσως ήταν ότι έπρεπε. Φαινόταν ανήσυχο πνεύμα, η τέλεια φίλη τη στιγμή της επανάστασης.
Η παρουσία της Σάντυ, της έδωσε ένα λόγο να καταφέρει να δεχτεί την πραγματικότητα. Η επαφή τους ήταν καθημερινή εντός και εκτός σχολείου. Τα δυο κορίτσια ήταν αχώριστα. Ακόμα και τις ώρες που δεν είχαν σχολείο, βρίσκονταν στο ένα από τα δύο καφέ της περιοχής και έμεναν μαζί ως αργά το βράδυ.
Οι γονείς της Λίας είχαν πάρει μια ανάσα. Είχε βγει το παιδί τους από την άσχημη κατάθλιψη που το είχε αποκλείσει από τον κόσμο και το όφειλαν σ’ αυτό το κορίτσι. Οι “προδιαγραφές” της βέβαια δεν ήταν και οι καλύτερες, αλλά το καλό που πρόσφερε ήταν περισσότερο απ’ το κακό που τη χαρακτήριζε.
Η Σάντυ προερχόταν από μια καθόλου κοινότυπη οικογένεια. Ο πατέρας της βρισκόταν στη φυλακή αρκετά χρόνια πριν. Είχε ξακουστό όνομα στην περιοχή. Ήταν άνθρωπος περιθωριακός, μπλεγμένος σε μικροκλοπές, σε αλισβερίσια με ναρκωτικά μα ο εγκλεισμός του οφειλόταν σε μια αιματηρή ληστεία που είχε διαπράξει. Είχε προσπαθήσει να ληστέψει ένα βενζινάδικο στην εθνική οδό και το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί εκείνος στη φυλακή και ο ιδιοκτήτης του στην εντατική μετά τις σφαίρες που δέχτηκε.
Η μητέρα της μετά την απουσία του “άνοιξε διάπλατα” τις πόρτες του σπιτιού της σε παρέες περιστασιακές, αφήνοντας το μικρό τότε κοριτσάκι στο έλεός του. Η μικρούλα μεγάλωσε μόνη της. Από μικρό παιδί έμαθε να περπατά στη ζωή της χωρίς συνοδοιπόρους, χωρίς κανέναν να την οδηγεί και να τη νοιάζεται. Πολλές φορές η γειτονιά πρόσφερε τροφή στο “ ορφανό” που ήταν πάντα σαν αδύναμο κλαράκι στον άνεμο.

Η ΓΝΩΡΙΜΊΑ

Η Λία βρισκόταν επιτέλους μετά από πολύ καιρό μπρος στον καθρέφτη της. Το δωμάτιό της βρισκόταν σαν σε εμπόλεμη κατάσταση. Σχεδόν όλα τα ρούχα της ήταν σκορπισμένα εδώ κι εκεί. Είχε αδειάσει όλη την ντουλάπα πάνω στο κρεβάτι. Η μητέρα της χτύπησε την, για ώρα, κλειστή πόρτα.
– Ναι;
– Τι γίνετε εδώ μέσα παιδί μου; αναρωτήθηκε αντικρίζοντας το χάος.
– Τι θέλεις; τη ρώτησε η μικρή προσπερνώντας την ερώτηση.
– Για που ετοιμάζεσαι;
– Λέω να πάω ως το Πασαλιμάνι και μετά σε κάνα ξενυχτάδικο στην παραλιακή…! την ειρωνεύτηκε η μικρή.
– Έλα λέγε. Έχεις καιρό να ετοιμαστείς έτσι…τρέχει τίποτα; αναρωτήθηκε η μητέρα της περιμένοντας την απάντηση με περιέργεια. Τα έλεγαν πάντα όλα με την κόρη της, αυτό περίμενε και τώρα.
– Που να πάω ρε μάνα εδώ στην ερημιά; Στο καφέ πάω, της απάντησε.
– Ναι αλλά βλέπω ετοιμασίες πολλές, τρέχει κάτι; διαπίστωσε η μάνα της.
– Δεν είναι η ώρα να μάθεις ακόμα, της έκοψε τον αέρα η μικρή.
Έχοντας τυφλή εμπιστοσύνη στο μικρό της άγγελο αφού δεν της είχε δώσει ποτέ το δικαίωμα να ανησυχεί, δέχτηκε την αναμονή που της επέβαλε η μικρή, έσκυψε πάνω της, τη φίλησε και αποχώρησε απ’ το δωμάτιο.
Σε λίγο ακούστηκε το κινητό της Λίας να χτυπάει.
-Έλα. Έτοιμη είμαι, σε δέκα λεπτά είμαι εκεί. Ήρθε; ρώτησε τον συνομιλητή.
– Εντάξει. Ξεκινάω, είπε κι έκλεισε.
Σχεδόν τρέχοντας βγήκε απ’ το σπίτι και έτσι έφτασε στο καφέ που σ’ ένα τραπεζάκι καθόταν η Σάντυ.
– Άντε ρε παιδί μου, μια ώρα σε περιμένω, τη μάλωσε η φίλη της.
– Έλα ρε μη φωνάζεις. Για πες, θα έρθει; ρώτησε όλο ανυπομονησία. Το βλέμμα της φίλης της κόλλησε στο δρόμο πίσω από την πλάτη της Λίας και η απάντηση την έκανε να ιδρώσει στο λεπτό.
– Τι θα έρθει…που ήρθε κιόλας!
Τα πόδια της κόπηκαν απ’ τα γόνατα, ένιωσε το πρόσωπό της να καίγεται. Γούρλωσε τα μάτια και προσπάθησε να συγκρατήσει το ουρλιαχτό ενθουσιασμού που ανέβηκε ως τη σταφυλή της. Έμεινε εκεί ακίνητη, λαχανιασμένη από το καρδιοχτύπι.
– Καλησπέρα! Ακούστηκε η μπάσα του φωνή που πρώτη φορά αντηχούσε στ’ αυτιά της.
– Καλώς τους, είπε η Σάντυ.
– Η φίλη σου δε θα μας μιλήσει; είπε η αγγελική φωνή, χαϊδεύοντας της την πλάτη με το βλέμμα του. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και γύρισε το κεφάλι της να τον χαιρετήσει.
Τα δυο του μάτια φυλάκισαν την καρδιά της. Μαγνήτισαν το μυαλό της και της έδεσαν τη γλώσσα κόμπο. Με δυσκολία κατάφερε να ξεστομίσει ένα ξερό “γεια” και γύρισε ξανά στην θέση της προσπαθώντας να ξαναβρεί το φυσιολογικό χρώμα στο κατακόκκινο πρόσωπό της.
Δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτόν, το μόνο που ήξερε ήταν πως τον είχε ερωτευθεί εδώ και καιρό. Για καλή της τύχη ήταν φίλος της Σάντυ, η οποία ήξερε τους πάντες, κι έτσι εκείνη την ημέρα επιτέλους θα τον γνώριζε από κοντά. Την περνούσε βέβαια αρκετά χρόνια αλλά ποιος νοιαζόταν γι’ αυτά; Ήταν ο άντρας που ονειρεύτηκε η νεανική της καρδιά. Το αρσενικό που είχε σκιαγραφήσει στο μυαλό της τα βράδια που κλεισμένη στον μικρόκοσμό της φανταζόταν το μέλλον. Οι ελάχιστες πληροφορίες που της έδωσε η Σάντυ ήταν αρκετές προς το παρόν, τα περισσότερα γι’ κείνον αγωνιούσε να τα μάθει από τα χείλη του.
Οι τυπικές συστάσεις έγιναν απ’ τη Σάντυ. Το άγγιγμα του χεριού του τη στιγμή της χειραψίας την έκανε να ανατριχιάσει. Μια αίσθηση περίεργη διαπέρασε το κορμί της μα δεν έδωσε σημασία, άλλωστε όλα όσα ένιωθε εκείνη τη στιγμή της ήταν πρωτόγνωρα.
Κάθισε στο διπλανό της κάθισμα. Απέναντί τους ήταν η Σάντυ με τον Κώστα, το αγόρι της. Η Σάντυ έπιασε αμέσως “ δουλειά” με τον Κώστα, πράγμα που έφερε αμηχανία στην Λία. Ευτυχώς ο Νίκος την έβγαλε απ’ τη δύσκολη θέση.
– Λία λοιπόν! Σε έχω δει αρκετές φορές τυχαία. Ήθελα πολύ να σε γνωρίσω. Για πες. Από που μας έρχεσαι;
Η ανταλλαγή πληροφοριών βοήθησε πολύ το κλίμα, που η Σάντυ είχε φροντίσει να κάνει ανυπόφορο, να έρθει σε λογαριασμό. Σε λίγο οι δυο άγνωστοι έγιναν γνωστοί και η τυπική συζήτηση εξελίχθηκε σε μια κουβέντα φιλική, ίσως και κάτι παραπάνω.
Είχαν περάσει αρκετές ώρες. Τα ποτήρια του καφέ είχαν αδειάσει πολύ πριν. Η ιδέα ειπώθηκε από τον ίδιο τον Νίκο.
– Δεν πάμε να φύγουμε; Θα μας διώξει το αφεντικό σε λίγο.
– Από τώρα; διαμαρτυρήθηκε η Σάντυ που δεν είχε σταματήσει να χαϊδολογιέται με τον Κώστα.
– Πάμε κάπου αλλού, πρότεινε εκείνος.
– Αν είναι έτσι πάμε! Είπε η Σάντυ που της άρεσε η ιδέα.
– Εγώ δεν θα μπορέσω να έρθω, πρέπει να γυρίσω σπίτι σε λίγο, είπε η Λία.
– Έλα μωρέ για λίγο, θα σε πάω σπίτι εγώ με το αμάξι μετά, της είπε ο Νίκος.
Δεν δυσκολεύτηκε και πολύ να την πείσει. Σε λίγο βρίσκονταν μέσα στο μαύρο σπορ αμάξι του όλη η παρέα, στα μπροστινά καθίσματα ήταν ο Νίκος με τη Λία και πίσω η Σάντυ με τον Κώστα. Ο οδηγός ξεκίνησε χωρίς να ενημερώσει τους επιβάτες για τον προορισμό. Η Λία ανησύχησε μα ντράπηκε να μιλήσει.

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην άκρη του γκρεμού. Ένα μόλις βήμα τους χώριζε απ’ το θάνατο. Διέσχισαν το πυκνό δάσος και βγήκαν στο ψηλότερο ξέφωτο του βουνού. Στα πόδια τους απλωνόταν ο απέραντος κάμπος. Τη μονοτονία της εικόνας του έσπαγαν τα εκατοντάδες φώτα των σπιτιών κάθε χωριού. Όλα μαζί φάνταζαν από ψηλά σαν στολίδια χριστουγεννιάτικου δέντρου, σκορπισμένα πάνω του εδώ κι εκεί. Ο Νίκος γύρισε προς το μέρος της.
– Εδώ είμαστε. Πως σου φαίνεται; Δεν είναι τέλεια;
– Όχι απλά τέλεια, είναι μοναδικά! Δεν έχω ξανάρθει.
– Θέλεις να πάμε μια βόλτα, να σου εξηγήσω τι ακριβώς βλέπεις;
Η καρδιά της κόντεψε να σπάσει. Την ήθελε μόνη της. Το ερωτευμένο της μυαλό σκέφτηκε πως το πριγκιπόπουλο του παραμυθιού ήθελε να της εξομολογηθεί τον ίδιο έρωτα, που ένιωθε εκείνη.
– Δε φοβάσαι; Είναι πολύ σκοτεινά, του είπε σχεδόν παιδικά. Το βαθύ του γέλιο της πρόσθεσε άλλο ένα τουβλάκι στον πύργο του έρωτα.
– Έλα μη φοβάσαι, θα σε προσέχω εγώ. Να αφήσουμε λίγο και τα παιδιά μόνα τους, είπε εκείνος. Η μικρή Λία πείστηκε αμέσως. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε σχεδόν ταυτόχρονα με το Νίκο.
– Μη βιαστείτε να γυρίσετε, είπε η Σάντυ.
– Θα σας κάνω σήμα. Να έχετε το νου σας, είπε ο Νίκος και μ’ ένα βλέμμα κι ένα κλείσιμο του ματιού στον Κώστα, η αντρική συνεννόηση είχε επιτευχθεί.
Την έπιασε απ’ το χέρι και χώθηκαν μέσα στα πυκνά δέντρα. Περπατούσαν και συζητούσαν. Είχαν τόσα πράγματα να πουν. Την οδηγούσε στο δικό του μονοπάτι κι εκείνη αφηνόταν στην καθοδήγησή του χωρίς να ξέρει που πήγαινε. Φαινόταν σαν να ήξερε που ήθελε να φτάσει. Ένα μικρό ξέφωτο βρέθηκε ξαφνικά μπροστά τους. Το φεγγάρι ήταν γεμάτο φως. Ήταν τόσο μεγάλο που για μια στιγμή το αθώο κορίτσι νόμιζε πως μπορεί να το αγγίξει.
– Τι θα έλεγες να κάτσουμε λίγο; τη ρώτησε ευγενικά.
– Ναι γιατί όχι; Να ξεκουραστούμε λίγο, βιάστηκε εκείνη να βρει το λόγο. Ήθελε σαν τρελή ένα του φιλί.
Κάθισαν στο νωπό χώμα. Εκείνος έβγαλε το χοντρό του μπουφάν, το τύλιξε και το έκανε μαξιλάρι για δυο.
– Έλα, ξάπλωσε να απολαύσουμε το φως του φεγγαριού, της πρότεινε κι εκείνη υπάκουσε αμέσως.
Τα φιλιά που ονειρεύτηκε δεν άργησαν να γίνουν πραγματικότητα. Τη φιλούσε με πάθος, γλυκά, μα στιγμές- στιγμές και βίαια. Της μάτωνε τα χείλι μα εκείνη το ένιωθε έρωτα, πάθος αγάπης. Ξάφνου σηκώθηκε βιαστικά από δίπλα της, είπε να τον περιμένει για λίγο και χάθηκε μέσα στο δάσος. Ο φόβος στην αίσθηση της μοναξιάς στο άγνωστο, άγριο μέρος την κυρίευσε. Κοιτούσε το σημείο που είχε χάσει την εικόνα του επίμονα, περιμένοντας να τον δει να εμφανίζεται ξανά, για να πάρει ανάσα.
Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και η μορφή του ξεπετάχτηκε μέσα απ’ το πυκνό σκοτάδι. Πίσω του ακολουθούσαν ο Κώστας και η Σάντυ. Φορούσαν κάτι περίεργα ρούχα. Οι διαθέσεις τους δεν φαίνονταν καλές, την πλησίαζαν γρήγορα, περίεργα, άγρια. Η μικρή Λία τινάχτηκε σαν ελατήριο απ’ το χώμα.
– Τι συμβαίνει; ρώτησε.
-Νίκο, τι συμβαίνει, τι έγινε; ξαναρώτησε. Στην ησυχία της νύχτας τον άκουγε να μιλάει, μα δεν καταλάβαινε τίποτα απ’ ότι έλεγε.
Με μια συγχρονισμένη κίνηση την έπιασαν ο Κώστας και η Σάντυ και βίαια την οδήγησαν λίγα βήματα πιο κάτω. Ο Νίκος ήταν ήδη εκεί και το μέρος είχε προετοιμαστεί.
– Μα τι κάνετε;; Σάντυ…ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑ, ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑ ούρλιαξε.
Τα τρία παιδιά ήταν εκτός πραγματικότητας. Ο Νίκος έλεγε ακαταλαβίστικα λόγια και οι άλλοι δυο τα επαναλάμβαναν.
Τραβώντας την τώρα πια, σερνόμενη στο χώμα, κατάφεραν να τη βάλουν εκεί που ήθελαν. Στα γρήγορα τα δυο αγόρια της έδεσαν τα χέρια και τα πόδια και την τράβηξαν…στο κέντρο ενός ζωγραφισμένου με κόκκινο χρώμα κύκλου.
Το μικρό κορίτσι χρησιμοποιούσε κάθε τι που της ήταν διαθέσιμο ώστε να καλέσει βοήθεια, αν και ήξερε πολύ καλά πως μόνο ο Θεός μπορούσε να την ακούσει εκεί στην άκρη του πουθενά. Χτυπούσε το κορμί της, σπαρταρούσε σαν ψάρι μήπως χαλαρώσει λίγο τα σκοινιά, φώναζε μια βοήθεια και μια τα ονόματα των τριών βασανιστών της, μήπως τους μαλακώσει την σκληρή τους καρδιά.
– Σάντυ, σε παρακαλώ, Σάντυ μου… Νίκο μη, μη Νίκο μου γιατί; Εγώ σ’ αγάπησα.
Ο μονόλογος του Νίκου της πάγωνε το αίμα, μα πιο πολύ η αδιαφορία της μοναδικής της φίλης, αυτής που την είχε εμπιστευτεί σαν αδερφή. Όσο κι αν ικέτευε καταλάβαινε πως δεν θα πετύχαινε τίποτα. Κάθε αντίσταση ήταν μάταιη κι αποφάσισε να αφεθεί στη μοίρα της.
Βρισκόταν μέσα στον κύκλο, γύρω της άναβαν κεριά που τρεμόπαιζαν και οι τρεις “φίλοι” μια μονολογούσαν και μια τραγουδούσαν λόγια μιας άλλης γλώσσας που η Λία δεν καταλάβαινε. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Οι παλμοί της ξεπερνούσαν τη φυσιολογική τιμή κατά πολύ. Τα μάτια της έτρεχαν ασταμάτητα και το μυαλό της ξεπερνώντας το όριο του φόβου, είχε ξεκινήσει το ταξίδι του παρελθόντος.
Δεν ήθελε να συμμετέχει στο σήμερα, ήθελε να αναπολήσει το τόσο γρήγορο για εκείνη χτες. Να δει το πρόσωπο της μητέρας της να της χαμογελά, να τη συγχωρεί για τις δύσκολες στιγμές που πέρασε για εκείνη, μα και γι’ αυτές που θα περνούσε τώρα πια. Τη μορφή του πατέρα της που τόσο αγωνιζόταν μέρα και νύχτα για τη μικρή του πριγκίπισσα. Να του ζητήσει συγνώμη για τις έντονες στιγμές που τους έφεραν πολλές φορές σε αντιπαράθεση και να του φωνάξει πόσο πολύ τον αγαπάει. Να μάθουν και οι δυο πως τώρα πια η μικρή τους Λία θέλει να ζήσει. Πως θα έδινε τα πάντα να μπορούσε να γυρίσει στο σπίτι να ακούσει την κατσάδα που είναι ήδη έτοιμη. Πως όσα λόγια κι αν της έλεγαν, εκείνη θα περίμενε υπομονετικά να τελειώσουν και θα τους αγκάλιαζε με όση δύναμη έχει. Θα τους βροντοφώναζε πως τους αγαπάει και πως χωρίς αυτούς η ζωή της θα ήτανε μισή.
Η κίνηση των τριών της διέκοψε τις σκέψεις. Τους είδε να πλησιάζουν μεταξύ τους, έξω απ’ τον κύκλο, να κόβουν τα χέρια τους με ένα κοφτερό μαχαίρι που η λάμα του γυαλοκόπησε στο φως του φεγγαριού, και να ρουφούν ο ένας το αίμα του άλλου σαν νυχτερίδες πεινασμένες. Η επόμενη που θα έπρεπε να ματώσει ήταν εκείνη. Το ήξερε, το ένιωθε μα θα ήταν μάταιο να προσπαθήσει να το αποφύγει. Εκεί στη μέση του κύκλου την περικύκλωσαν κι άρχισαν να την χτυπούν με βαριά ξύλα στο κεφάλι. Έπεσε στο χώμα, με κομμένη ανάσα αναζήτησε τη μάνα της μα τ’ άστρα είχαν κρυφτεί απ’ τον ουρανό και ο δρόμος που αχνοφαινόταν έξω απ’ τον αιματοβαμμένο κύκλο οδηγούσε μόνο στο σκοτάδι. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια και ξεκίνησε ταξίδι για τον κόσμο του “για πάντα”. Μόνο τρεις λέξεις βγήκαν απ’ τα χείλη της μαζί με την ψυχή της, ΣΥΓΝΩΜΗ ΜΑΜΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ, και τα πανέμορφα μάτια της έμειναν παγωμένα να κοιτούν στο άπειρο.

ΤΕΛΟΣ

 

©2023 Καλλιόπη Θωμά

Αρθρογράφος – Ποιήτρια – Συγγραφέας

Καλλιόπη Θωμά

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Η Πόπη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Κορυδαλλό. Από τα δέκα της ξεκίνησε να ασχολείται με την ποίηση και τον πεζό λόγο. Κατέχει πλήθος ολοκληρωμένων ποιημάτων, μυθιστορημάτων, διηγημάτων, αλλά και στίχων. Είναι βοηθός Βρεφονηπιοκόμου και η λογοτεχνία είναι αυτό που δίνει χρώμα στον ελεύθερο της χρόνο. Σήμερα συναντάμε λογοτεχνικά της κείμενα σε πολλές διαδικτυακές λογοτεχνικές ομάδες και μπλοκ.

This Post Has 2 Comments

  1. Δυστυχώς στις μέρες μας πολλά κορίτσια την έχουν πατήσει άσχημα και βίωσαν ακραίες καταστάσεις. Προσοχή στα παιδιά μας, αγόρια και κορίτσια

    1. Καλλιόπη Θωμά

      Όση προσοχή κι αν προσπαθησουμε να δώσουμε έχει τόση σήψη η κοινωνία και τόσες παγίδες που μάλλον τυχη χρειαζόμαστε περισσότερη.

Αφήστε μια απάντηση