Διήγηση
Δε θυμάμαι ούτε τη μέρα, μάλλον τη νύχτα, ούτε τη χρονιά, ούτε τον μήνα. Τόσο πολύ είχα πιει. Ήταν όμως χειμώνας γιατί θυμάμαι να ανασηκώνω το γιακά του παλτό μου.
Πώς στην ευχή θυμάμαι κάτι τέτοιο ενώ έχω ξεχάσει όλα τα άλλα; Παράξενα που σου τρώει τις λειτουργίες του εγκεφάλου το αλκοόλ…
Τέλος πάντων, θυμάμαι να στρίβω σε ένα σκοτεινό δρομάκι και την ομίχλη να γίνεται ολοένα και πυκνότερη. Δεν έβλεπα που πήγαινα, είχα πιει πάνω από εφτά ποτήρια Jack Daniels μπας και ξεχάσω εκείνη και την άρνησή της. Εκείνο το όχι της, που δεν ήταν και το πρώτο, με είχε πονέσει πιο πολύ και από τα αγκάθια του αχινού που είχαν τρυπήσει την πατούσα μου ένα καλοκαίρι στο…εχμ…καταλάβατε νομίζω πόσο υπέφερα. Προχωρούσα ζαλισμένος και διαγράφοντας “οχτάρια” όταν ξαφνικά η ομίχλη γύρω μου άρχισε να ζωντανεύει και παίρνει ένα απόκοσμο μπλε χρώμα με κάποιες κοκκινωπές πινελιές. Τότε εμφανίστηκε μπροστά μου μια πανέμορφη γυμνή γυναίκα. Τα μαλλιά της έκρυβαν τα στήθη της(πάντα άτυχος ήμουν) ενώ το κάτω μισό του σώματός της καλυπτόταν από την ομίχλη(ναι, διπλά άτυχος…) και στα χέρια της κρατούσε κάτι σαν κηρύκειο. Μου μίλησε: “Ξέρεις ποια είμαι; Είμαι αυτή που ήρθε να απαλύνει τον πόνο που ο έρωτας σου δημιούργησε”.
Έτριψα τα μάτια μου, τσιμπήθηκα για να σιγουρευτώ ότι δεν ονειρεύομαι και απάντησα:
“Και βέβαια σε ξέρω. Είσαι εκείνο το τζίνι που δείχνει η τηλεόραση, ε;”. Τα μάτια της έλαμψαν, μάλλον από οργή.
“Δεν είμαι τζίνι ανόητε θνητέ. Είμαι η Αφροδίτη και ήρθα επειδή λυπήθηκα να σε βλέπω τόσο πολύ πληγωμένο από την αγάπη σου για μια γυναίκα”.
“Μάλιστα, πώς όμως ήρθες αφού δεν έτριψα κανένα λυχνάρι; Και τι σόι όνομα είναι αυτό για τζίνι; Περίμενα κάτι πιο…αραβικό” επέμεινα.
“Με εκνευρίζεις ανόητε” είπε και η φλόγα φούντωσε μέσα της όπως πριν λίγη ώρα φούντωνε μέσα μου το κάψιμο από το ουίσκι. “Αλλά επειδή με συγκίνησε η αγνότητα του έρωτά σου θα σου κάνω ένα δώρο. Μπορείς να διαλέξεις όποια γυναίκα θες, την ομορφότερη στον κόσμο κι εγώ θα σου τη φέρω εδώ, να γίνει δική σου”.
“Δε θέλω την ομορφότερη τσούπρα του κόσμου, εκείνη τη συγκεκριμένη θέλω” απάντησα και συνέχισα: “άσε που υποψιάζομαι ότι θα υπάρχει κάποια παγίδα στις άλλες δύο ευχές”.
“Μα σου είπα ότι δεν είμαι…καλά, ξέχασέ το. Δεν είμαι τζίνι των τριών ευχών. Είμαι του ενός δώρου. Και το δώρο μου είναι αυτό. Η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου δικιά σου, για να ξεχάσεις τον πόνο σου”.
“Δε θέλω να ξεχάσω” της απάντησα, “προτιμώ να ζω με τον πόνο που μου προκάλεσε αυτή παρά με τη χαρά που θα μου φέρει οποιαδήποτε άλλη”. “Δεν έχω ξανασυναντήσει άντρα που να αρνήθηκε τέτοιο δώρο!” είπε με έκπληξη.
Ήδη η επίδραση του αλκοόλ είχε επιστρέψει στο κεφάλι μου και άρχισε ο τόπος να γυρίζει γύρω μου. Είχα βαρεθεί τη συζήτηση, που κρατούσε πολύ για τα δεδομένα μου, ακόμα και ξεμέθυστος να ήμουν, κι έκανα να την προσπεράσω. Καθώς περνούσα δίπλα της κι εκείνη με κοιτούσε έκπληκτη της είπα: “Πρέπει να ζούσες πολύ καιρό στο λυχνάρι σου και ξέχασες τι σημαίνει πραγματικά έρωτας. Ρίξε και κάτι πάνω σου, μη κρυώσεις…”. Έμεινε αμίλητη καθώς απομακρυνόμουν. Πριν στρίψω και καθώς αυτήν την τύλιγε η μυστηριώδης ομίχλη μέσα στην οποία εξαφανιζόταν, της φώναξα: “Πες στο γιο σου ότι δεν είναι κανένας χαριτωμένος άγγελος αλλά μια μαϊμού με φτερά!!!”. “Τουλάχιστον κατάλαβες ποια είμαι ανόητε ερωτοχτυπημένε” γέλασε καθώς χανόταν.
Δεν την ξανάδα από τότε αλλά κάτι μου λέει ότι κλώτσησα την τύχη μου εκείνη τη νύχτα. Αχ! Τι να κάνω;
Ούτε ο έρωτας ούτε η τύχη ήταν ποτέ τα φόρτε μου…
©2024 Κωνσταντίνος Λαγός
Αρθρογράφος – Ποιητής – Συγγραφέας

Πάντα ξεχωριστός… πάντα.. .και αυτό το πάντα είναι που θα κάνει κάποια στιγμή τη διαφορά