Διήγημα
Πόση ποίηση χωράει στο μαύρο, πόση μοναξιά σ’ αυτό το δωμάτιο; Είναι το τρίτο τσιγάρο που ανάβω κι όμως ο καπνός εξακολουθεί να γίνεται εκείνη. Στο πρώτο άναμμα έβλεπα στο μισοσκόταδο το πρόσωπό της. Καθώς ο καπνός ανέβαινε προς το ταβάνι, τα μαλλιά της ανέμιζαν, όπως τότε που είχαμε πάει στο μικρό νησί του Σαρωνικού, που το λέγαμε «Το νησί μας».
Όλο της το είναι παλλόταν από ευτυχία. Σε κάθε της βήμα άκουγα το σ’ αγαπώ, σε κάθε της βλέμμα έβλεπα το δόσιμο άνευ όρων, σε κάθε τίναγμα του χεριού της τα αστέρια έπεφταν στα πόδια της, σε κάθε της λέξη το σύμπαν ξαναγεννιόταν με μια δεύτερη μεγάλη έκρηξη.
Στο δεύτερο τσιγάρο έβλεπα τα υπέροχα πόδια της να περπατοπετάνε ελεύθερα στην αμμουδιά και τη θάλασσα να υποκλίνεται στην ομορφιά τους. Ο ήλιος έδιωχνε όποιο παρείσακτο συννεφάκι έμπαινε στο δρόμο του, για να την απολαμβάνει ολόγυμνη και φωτεινή. Οι γλάροι την καλούσαν να πετάξει μαζί τους κι αυτή άνοιγε τα χέρια της με χάρη περισσή, έτοιμη να το κάνει.
Καθώς βάδιζε, φύτρωναν στο διάβα της τα μοναδικά λευκά κρινάκια της παραλίας, αυτά τα υπέροχα δώρα της φύσης, που δεν αφήνουν κανένα ασυγκίνητο. Η φύση ολόκληρη υποκλινόταν στην ομορφιά της και το έδειχνε με κάθε τρόπο. Ήταν ένα ζωντανό άγαλμα, που δεν χρειαζόταν να στηθεί ακίνητο στο βάθρο. Όλα τα μάτια έπεφταν πάνω της, λες και διάβαζαν στο κορμί της τον ερωτισμό που διέχεε, λες κι είχε μυρωδιά ο έρωτας και τους μεθούσε.
Όταν άναψα το τρίτο, ήμουν κι εγώ μέσα στο κάδρο. Τα κορμιά μας ήταν μπλεγμένα στο σημείο που τελειώνει η αμμουδιά κι αρχίζει η θάλασσα. Στεκόμουν καθιστός και τα πόδια μου βρέχονταν από το κυματάκι, σαν σηματωρός που όριζε τα σύνορα στεριάς και θάλασσας. Τότε η γοργόνα ερχόταν μέσα από τη θάλασσα, ζωντανή σφαίρα κατ’ ευθείαν στο στόχο της, που δεν τον έχανε ποτέ.
Πρώτα το φιλί, μετά ο εναγκαλισμός, ακολουθούσε η χειραψία και τέλος η είσοδος στην ηδονή που συγκλόνιζε τα δυο αναμμένα κορμιά. Όσο κι αν το κυματάκι κατέβαλε προσπάθειες να σβήσει τη φωτιά μας, τόσο εκείνη άναβε πιο πολύ. Η φύση συνωμοτούσε για να μας κάνει ευτυχισμένους και το κατάφερνε πολύ καλά.
Δεν χρειαζόμασταν άλλωστε τίποτα, μόνο το αλληλοδόσιμο, τον ήλιο, την αμμουδιά και το κυματάκι, άντε και κανένα γλαρόπουλο πιο πέρα. Αυτά τα πράγματα δεν τα αγοράζεις στην υπεραγορά, τα χαρίζει η φύση απλόχερα κι η ζωή γιορτάζει όταν σε βλέπει να τα απολαμβάνεις.
Εκείνη! Εκείνη ήταν ό,τι χρωστούσε η ζωή να μου δώσει και το πρόσφερε στο πρόσωπό της απλόχερα. Ήταν το όνειρο που έχει κάθε άντρας στη ζωή του. Ήταν ο Έρωτας που μια φορά στη ζήση θα σε λαβώσει κατάστηθα, το βέλος του θα σε διαπεράσει κι όλο σου το είναι θ’ αλλάξει γραμμή πλεύσης. Τότε πια το φως θα κατοικεί εντός σου και θα ξεχάσεις όλες τις λέξεις που ήξερες εκτός από μία, την αγάπη. Τότε θα ζεις, θα αναπνέεις και θα σκέφτεσαι μονάχα αυτήν, το παν για σένα θα είναι αυτή και ήταν!
Πριν η καύτρα φτάσει στα δάχτυλά μου της είπα «Σ’ αγαπώ» κι ήμουν σίγουρος πως τούτη τη στιγμή θα ανατρίχιαζε, όπου κι αν ήταν, με όποιον κι αν ήταν. Είχα δίκιο. Δεν πρόλαβε να περάσει ένα λεπτό και το κινητό κουδούνισε. Αριθμός δεν φαινόταν, η κλήση ήταν με απόκρυψη, όμως ήμουν σίγουρος πως ήταν εκείνη. «Ίνιμα μέα», (ψυχή μου), απάντησα κι άκουσα την μοναδική της φωνή να μου απαντάει: «Μα πώς κατάλαβες ότι ήμουν εγώ;».
Γέλασα: «Εμείς επικοινωνούμε, αγάπη μου, δεν το ξέρεις; Είμαστε ένα. Οι ψυχές μας έπεσαν στο καμίνι του έρωτα, έλιωσαν κι έγιναν μία. Τώρα πια δεν υπάρχει εγώ κι εσύ, αλλά εμείς. Κι όσο ζούμε θα είμαστε μαζί, άσχετα αν εγώ βρίσκομαι εδώ κι εσύ ποιος ξέρει πού. Δεν πρόκειται να χωρίσουμε ποτέ, κατάλαβέ το».
Φάνηκε να σαστίζει: «Μη μου πεις πως ήσουν κι εσύ στο νησί μας αυτή τη στιγμή;».
«Ναι, εκεί ήμουν και κάναμε έρωτα στην παραλία. Ήταν όμορφα, καρδιά μου, πολύ όμορφα. Αυτό το σμίξιμο μ’ έχει σημαδέψει», της είπα.
«Κι εμένα, αγάπη μου», απάντησε. Σταμάτησε απότομα. Φαινόταν πως ήθελε να πει κι άλλα, πως περίμενε να την ρωτήσω πώς περνάει με τον άντρα που παντρεύτηκε, σε ποιον τόπο βρίσκεται, όμως για μένα δεν θα είχαν νόημα αυτές οι ερωτήσεις.
«Σ’ αφήνω», της είπα, «ευχαριστώ που με πήρες, καληνύχτα». Κάτι πήγε να πει, όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να με καληνυχτίσει ξέψυχα.
Άναψα το τέταρτο τσιγάρο.
©2024 Γιώργος Ανωγειάτης
Αρθρογράφος – Ποιητής – Συγγραφέας

Μπραβο ρε φιλε μονο αυτο θα πω….
Πολύ καλό… πολύ ξεχωριστό