Ερωτικό Instantane – Το μπουλινγκ –

Ερωτικό Instantane – Το μπουλινγκ –

Ερωτικό Instantane

Η φιλόλογος αρρώστησε και μην διαθέτοντας ελεύθερο καθηγητή, ο διευθυντής του
λυκείου αποφάσισε να παραμείνει κενή η ώρα. Για να μην ενοχλούν τις άλλες τάξεις,
έδωσε εντολή στους μαθητές να παραμείνουν στην αυλή του σχολείου.
Τα περισσότερα αγόρια το έριξαν αμέσως στο μπάσκετ. Τα κορίτσια αντίθετα μαζεύτηκαν
σε μικρές ομάδες και σχολίαζαν όσα συνέβαιναν στην πόλη τους τον τελευταίο καιρό.
Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχαν και σημαντικά πράγματα να σχολιάσουν, αφού στην
επαρχιακή κωμόπολή τους σπάνια συνέβαιναν αξιόλογα γεγονότα.
Στην πιο μεγάλη κοριτσοπαρέα αρχηγός ήταν η Κατερίνα. Ανήσυχο πνεύμα, νευρικό και
οξύθυμο, κατάφερε από το γυμνάσιο ακόμη, να είναι αρχηγός της παρέας της.
Εκείνη τη ημέρα ήταν πολύ θυμωμένη, αφού πρωινιάτικα άκουσε πάλι τον πατέρα της έξαλλο να
απειλεί την ίδια και την μητέρα της, με τον συνηθισμένο άγριο τρόπο. Δεν μίλησε φυσικά
σε κανέναν για το επεισόδιο, όμως η ψυχή της διψούσε για ανδρικό αίμα εκείνη την ημέρα.
-Είστε για ένα γερό μπούλινγκ σε κάποιο αγόρι; έριξε την ιδέα δήθεν αδιάφορα.
Τα κορίτσια αμέσως ξύπνησαν από τη βαριεστιμάρα.
Τι μπούλιγκ να κάνουν αυτές σε αγόρι!!!
Ούτε στο όνειρό τους!!!
-Θα γράψουμε ένα ερωτικό γράμμα και θα το βάλουμε κρυφά στην τσάντα ενός αγοριού.
Όλες άνοιξαν διάπλατα το στόμα από θαυμασμό. Η Κατερίνα είχε πάντα καλές ιδέες στο
κακό, μα αυτό τις ξεπερνούσε όλες. Πως θα αντιδρούσε το θύμα; Και αν το πήγαινε στον
λυκειάρχη και άρχιζαν το ψάξιμο;
-Θα το δώσουμε στον Σπυράκο τους είπε. Είναι μοναχικός, δεν έχει κανέναν φίλο και δεν
είναι τύπος που θα τρέξει να μας καρφώσει.
-Μα είναι άσχημος είπε η Δήμητρα. Πώς να του γράψεις ερωτικό γράμμα.
-Ένας λόγος παραπάνω. Έτσι θα τον τρελάνουμε.
Συμφώνησαν με ενθουσιασμό. Έπεσαν με τα μούτρα στο γράψιμο.
Στην αρχή με υπερβολές, όμως η Κατερίνα τους συγκράτησε.
Να είναι πιστευτό, ότι γράφτηκε από μια ερωτευμένη κοπέλα.
Όταν τελείωσαν, το διάβασαν με ενθουσιασμό. Ήταν ένα σεμνό σημείωμα,
από ένα κορίτσι που υμνούσε την ομορφιά και το χαρακτήρα του Σπύρου.
Το καθαρόγραψαν. Κάθε μια έγραψε και μία πρόταση, από τη μια να τον μπερδέψουν
κι από την άλλη να ξεμπερδέψουν οι ίδιες, αν η κατάσταση έπαιρνε λάθος δρόμο.
Το αγόρι καθότανε όπως πάντα μόνος σε μια σκιά και έβλεπε τα άλλα παιδιά να παίζουν
μπάσκετ.
Ήταν ένα κοντούλικο ντροπαλό παιδί, που είχε μόνιμα το αίσθημα του φόβου, την
έλλειψη άνεσης και αδέξιο όταν βρίσκονταν κοντά σε άλλους ανθρώπους.
Η Δήμητρα ανέλαβε να βάλει το γράμμα στην τσάντα του.
Από εκείνη τη στιγμή έξη ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν στο νεαρό αγόρι.
Την άλλη ημέρα, από την πρώτη ώρα, φάνηκε ότι ο Σπύρος ήταν ανήσυχος. Δεν είχε το
θάρρος να κοιτάξει προς τα θρανία των κοριτσιών. Ποτέ του δεν το έκανε. Όμως μεγάλη
τρικυμία ξέσπασε μέσα του. Πάντα προσπαθούσε να παραμένει αόρατος. Οι μόνες ώρες
που υπήρχε, ήταν όταν σηκωνότανε για μάθημα. Κανείς δεν του μιλούσε και κανείς δεν του
έδινε σημασία. Δεν τον πείραζε αυτό, γιατί έτσι αισθανότανε πιο ασφαλής. Δεν τα είχε καλά
και με τα λόγια. Και τώρα αυτό!!!
Κάποια τον είδε και βρήκε τόσα καλά πράγματα πάνω του, που ούτε ο ίδιος τα ήξερε.
Παρόλα αυτά, το πρωί στον καθρέπτη του σπιτιού του, δεν είδε την αγέρωχη κορμοστασιά
που έγραφε στο γράμμα. Ούτε τα κοντά μαλλιά του ανέμιζαν στην πνοή του ανέμου.
Και τα δάκτυλα του χεριού του ούτε λεπτά ήταν, ούτε και έμοιαζαν με μακριά κλαδιά έλατου
(αυτό δεν το κατάλαβε αλλά του άρεσε).
Ποια να ήταν;
Βλέποντας την ομορφιά και τη ζωντάνια των συμμαθητριών του, κατέληξε στο
συμπέρασμα, ότι για άλλον προορίζονταν το γράμμα και απλά μπήκε σε λάθος τσάντα.
Όμως το μεσημέρι διαπίστωσε ότι υπήρχε και άλλο γράμμα. Πιο ζεστό και πιο ερωτικό.
Ύμνος για τα μάτια, τα χείλη, το πρόσωπό του. Και αυτός που πίστευε ότι ήταν άσχημος!!
Την επομένη στο σχολείο βρήκε το κουράγιο και σκανάρισε την πλευρά των κοριτσιών.
Το βλέμμα του συναντήθηκε με της Δήμητρας που του χαμογέλασε. Αμέσως χαμήλωσε το
πρόσωπό του και κατακοκκίνισε. Πρώτη φορά του χαμογέλασε κάποια. Η θεϊκή Δήμητρα
λοιπόν! Αν είναι δυνατόν. Ποτέ δεν θα το πίστευε.
Την επόμενη φορά που κοίταξε προς τα κορίτσια, είδε πως και η Κατερίνα τον κοίταζε επίμονα
και μετά η Χριστίνα, η Μαρία, η Δέσποινα. Αυτό τον μπέρδεψε.
Ξαφνικά οι συμμαθήτριες τον κοίταζαν χαμογελώντας.
Όλα τα συναισθήματα που σχετίζονταν με τη συστολή, τη διστακτικότητα, την κοινωνική
αμηχανία, το άγχος της έκθεσης στο βλέμμα και στα σχόλια των άλλων, ο μόνιμος φόβος
της απόρριψης τον έπνιγαν. Ήταν έτοιμος να ερωτευθεί την οποιαδήποτε του έγραφε αυτά
τα γράμματα, αφού ήταν ο πρώτος άνθρωπος που επιτέλους τον πρόσεξε.
Ακολούθησε το τρίτο γράμμα που προχωρούσε ακόμη περισσότερο. Του ζητούσε να
συναντηθούν το απόγευμα στην καφετέρια της πλατείας. Αυτό βέβαια τον ξεπερνούσε.
Θυμήθηκε τα λόγια της ψυχολόγου που τον παρακολουθούσε
«Αν δεν αγαπήσεις με το φόβο ότι δεν θα αγαπηθείς,
τότε δεν θα βιώσεις ποτέ αυτό το υπέροχο συναίσθημα».
Καλά να το λες, όμως πώς να το καταφέρεις; Άσε που δεν ήξερε και τι να κάνει.
Πώς να φερθεί;
Ποτέ δεν πήγε στην καφετέρια. Δεν ήξερε καν αν θα του έφθανε το φτωχό του χαρτζιλίκι,
να της κεράσει τον καφέ.
Το απόγευμα ντυμένος με τα καλύτερά του, χτενισμένος και αποφασισμένος ξεκίνησε για
το ραντεβού του. Όμως με του που έφθασε εκεί, είδε ένα τσούρμο από συμμαθήτριές του
να πίνουν το καφέ τους γελώντας δυνατά, λέγοντας κάποια αστεία.
Σάστισε, δεν ήξερε τι να κάνει. Κατάλαβε ότι με αυτές παρούσες, δύσκολα το φλερτ του θα
εμφανιζότανε. Παρόλα αυτά βρήκε το κουράγιο και προχώρησε προς το εσωτερικό του
μαγαζιού.
-Καλώς τον Σπυράκο. Μπα! πρώτη φορά σε βλέπουμε στο στέκι μας. Κάποιος θα κλαίει τον
φούρνο του. Ρε κορίτσια δείτε πόσο όμορφος είναι έξω από το σχολείο. Καλέ αυτός θα
κάψει καρδιές. Περιμένεις κάποια; Κάτσε στην παρέα μας, χείμαρρος η Κατερίνα.
Ο Σπύρος ένιωσε ακόμη πιο άβολα, ψέλλισε ένα γεια και ευχαριστώ και προχώρησε
μουδιασμένα σε ένα άδειο τραπέζι.
Το ήξερε ότι δεν είχε ελπίδα, να παρουσιασθεί το κορίτσι με όλη την τάξη παρούσα.
Τα κορίτσια κάθε τόσο τον κοιτούσαν και γέλαγαν.
Παρακαλούσε να σηκωθούν να φύγουν. Ήδη ξεπέρασε τα όρια του έκθεσης του εαυτού
του. Ένιωθε τον πανικό. Συγκρατήθηκε να μην φύγει τρέχοντας, να ξανακρυφτεί στο
δωμάτιό του, να χωθεί κάτω από το κρεβάτι, όπως έκανε μικρός.
Οι ευχές του φαίνεται να έπιασαν τόπο. Οι κοπέλες πλήρωσαν και σηκώθηκαν να φύγουν.
Περνώντας από μπροστά του η Κατερίνα του πέταξε «μωρέ τι αγέρωχη κορμοστασιά».
Η Δήμητρα «τι λεπτά και μακριά δάκτυλα, σαν κλαδιά του έλατου», η Χριστίνα είπε για τα
μάτια του, η Μαρία για τα χείλη του και η Δέσποινα για τα αέρινα μαλλιά του. Γελώντας
χάθηκαν στο βάθος της πλατείας.

Ο Σπύρος έχασε τη μιλιά και το χρώμα του. Ντροπαλός ήταν, όχι ηλίθιος. Τον έπιασε
εκείνος ο φοβερός πανικός, που έκανε χρόνια να τον ξεπεράσει με την βοήθεια ειδικών.
Ο φόβος που προσπαθούσε να ελέγξει όλη μέρα, ξεχύθηκε ποτάμι μέσα του. Τον έπνιγε.
Δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Πετάχτηκε επάνω. Τον κυρίευσε μια ζωώδης αντίδραση
φυγής. Με λυγμούς έφθασε στο σπίτι του και χώθηκε κάτω από το κρεβάτι του, από το
οποίο μόνο οι νοσοκόμοι, που κάλεσαν οι απελπισμένοι γονείς του, κατάφεραν να τον βγάλουν.

 

©2025 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας

Παύλος Κωνσταντινίδης

ΑΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1949. Τελείωσα το Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ το 1973 και στη συνέχεια πραγματοποίησα το διδακτορικό μου στη φυτοκοινωνιολογία και στην οικολογία των δασικών πυρκαγιών στην ίδια σχολή. Για 30 χρόνια περίπου εργάσθηκα στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών, από όπου και συνταξιοδοτήθηκα το 2016. Παράλληλα με τις εκατοντάδες εργασίες που δημοσίευσα, στον ελεύθερο χρόνο μου έγραφα μικρές καθημερινές ιστορίες, από αυτές που αντιλαμβανόμουνα στο περιβάλλον μου. Ως συνταξιούχος συνέχισα τη συγγραφή των μικρών ιστοριών, μερικές από τις οποίες έχω αναρτήσει στην προσωπική μου σελίδα στο Facebook.

Αφήστε μια απάντηση