Ένα φεγγάρι δούλευα στο πρόγραμμα του Δήμου ” βοήθεια στο σπίτι ” και δύο φορές την εβδομάδα είχα στο πρόγραμμα να επισκεφτώ δυο υπερήλικες γυναίκες, σαν οικογενειακή βοηθός σ΄ένα χωριό του Δήμου … Την πρώτη φορά που πήγα οι γυναίκες επουδενί να με αφήσουν να μπω στην αυλή … Μόλις άκουσαν ότι είμαι από την κοινωνική υπηρεσία εξαγριώθηκαν και μου πετούσαν πορτοκάλια … Μου φώναζαν ότι δεν θα τις ξεχωρίσω και ότι μπορεί να είμαι κλέφτρα … Την δεύτερη φορά σκέφτηκα ότι έπρεπε να τις καλοπιάσω … Σήκωσα τα χέρια ψηλά και άρχισα να τους μιλώ μαλακά …γλυκά …
-Γεια σας είμαι η Όλγα , είμαι από το Λασίθι … Δεν θα σας κλέψω γιατί δεν κρατώ τσάντα, ούτε καμιά από τις δυο σας θα πάρω να πάω πουθενά. Ήρθα γιατί δουλεύω και πρέπει να με αφήσετε να μπω μη χάσω τη δουλειά μου ε;
Οι δυο κοντούλες γυναίκες παρά τα χρόνια στην πλάτη ήταν καλοστεκούμενες, με ελαφρά νοητική στέρηση που την καταλάβαινες αμέσως, κοντοστάθηκαν, αφού με κοίταξαν καλά καλά μέσα από τα κάγκελα της ψηλής μπλε ξεβαμμένης καγκελόπορτας και μου την άνοιξαν δειλά δειλά, αφήνοντας με να τρυπώσω στο μικρό αυλιδάκι. Με ερευνούσαν από πάνω μέχρι κάτω ίδια πως δεν είχαν ξαναδεί άνθρωπο.
Το σπίτι ήταν βορινό, ο ήλιος το έσκαγε πάνω από τα αψηλά μπαλκόνια και δεν έκανε τον κόπο να τρυπώσει σε τούτη τη χαμοκέλα που έμεναν … Έμοιαζε με σπηλιά το σπίτι τους, δεν είχε παραθύρι να τρυπώσει λίγο αεράκι, δεν είχε παραθύρι να τρυπώσει λίγη ανθρώπινη καλοσύνη. Ένα αόρατο τοίχος τις κρατούσε μακριά από τα ανθρώπινα μάτια. Μια πόρτα αψιδωτή αντί για στόμιο οδηγούσε στο εσωτερικό του. Πετρωμένο χώμα είχε στο δάπεδο. Δυο καμαρούλες μια σταλιά με λιγοστά έπιπλα αν μπορούσες να τα πεις έπιπλα. Οι σομιέδες των κρεβατιών εμπόδιζαν τις ξεφυτρωμένες πατατιές, κάτω από τα πολυκαιρισμένα στρώματα να ανθίσουν. Το ψυγείο δεν το είχαν κλείσει, αλλά το είχαν στερεωμένο με μια καρέκλα, όπου ένα κομμάτι κρέας σε προχωρημένη αποσύνθεση σάλευε σε χιλιάδες σκουλήκια, η βρώμα με έκανε να ορμίσω όξω να βγάλω τα συκώτια μου. Με όση δύναμη είχα γιατί συγκρατούσα την αναπνοή μου έβγαλα μια καρέκλα στην αυλή και τις φώναξα να κάτσουν μαζί μου. Έκατσαν σε κάτι κομμένα κουτσούρια. Είχαν μπουκάλια πλαστικά γεμάτα νερό πάνω από τη μικρή τουαλέτα στον ήλιο να το ζεστάνουν. Νερό έσταζε από τη βρύση σε μια βουρκιασμένη γούρνα μέσα και χιλιάδες σφίγγες ξεσυνερίζονταν πια θα πρωτοξεδιψάσει !
– Ολγανιά, είπες πως σε λένε και πως είσαι από τον τόπο του σαντόλου μου ; Με ρώτησε η μεγάλη που δεν ξέρω αν με έβλεπε και καλά αφού τα μάτια της ήταν θολά, κόκκινα και χυμένα. Ενώ η φωνή της έβγαινε τραχιά λες και είχε κάνει τραχειοτομή και δεν έβγαινε από το στόμα της. Ήταν τόσο τρομακτική. Τα χέρια της νόμιζα πώς από τη ρευματοειδή αρθρίτιδα ήταν δυο παραμορφωμένα χταπόδια. Το ίδιο και τα πόδια της παρά τη δυσωδία του χώρου εκείνες ήταν πεντακάθαρες.
-Ναι! της είπα
– Αμα θα πας να του δώσεις χαιρετίσματα !
Αν θα ζούσε ο νονός της έβαλα με το μυαλό μου θα ξεπερνούσε τα εκατό πενήντα, αφού αυτή κόντευε τα ενενήντα. Και άντε τρέχα γύρευε ολάκερο Λασίθι να βρεις το σάντολο της που δεν θυμόταν ούτε το επίθετο του.
-Ναι ! της απάντησα για να την ηρεμήσω. Δυο αγρίμια είχα μπροστά μου και έπρεπε να τα μερέψω, για να μ΄αφήσουν να τα πλησιάσω. Γιατί κάτι τα είχε αγριέψει !
-Ξέρεις εγώ ήμουν η τελευταία που έφυγα από τη Σπιναλόγκα. Μου είπε η μεγάλη.
Μόλις άκουσα την λέξη Σπιναλόγκα έπαθα τέτοια έκπληξη που δυο λέξεις να βάλω στη σειρά δεν μπορούσα. Σηκώθηκα και τις χαιρέτησα βιαστικά έβαλα μπρος το αμάξι μου και κλαίγοντας έφτασα στο σπίτι μου. Εμ! γι’ αυτό νόμιζαν ότι θα τις ξεχωρίσω νόμιζαν ότι θα κλείσω την μία από τις δυο σε κάποια Σπιναλόγκα
-Δουλειά που τη βρήκα ; Έκλαιγα και ούρλιαζα ! Μπαίνει ο άντρας μου στο σπίτι.
-Θέλω να μου φέρεις ένα χαρτί από το Δήμο που να μου βεβαιώνει ότι δεν θα πάθω λέπρα !
-Κανείς δεν πρόκειται να σου υπογράψει τέτοιο χαρτί, μου είπε κι ύστερα αν δεν θες να ξαναπάς μην ξαναπάς ! Εξ άλλου η λέπρα σαν νόσος έχει εκλείψει.
Στη φύση μου δεν είναι να παρατώ τίποτα ! Κι ύστερα ήταν κι αυτή η περιέργεια που με έτρωγε. Όλη νύχτα ήμουν ξύπνια, σαν κύματα οι σκέψεις – διλήμματα πήγαιναν και έρχονταν στα ακρογιάλια του μυαλού μου …μπροστά οι καλές και πίσω οι κακές και δωσ΄του …
“Κι αν δεν ξαναπάς θα χάσεις τη δουλειά σου κι ύστερα σε τι διαφέρεις από αυτούς που αγρίεψαν τούτα τα ανθρωπάκια του Θεού ; Σε τι διαφέρεις από εκείνους που έκλεισαν τούτη τη γιαγιάκα στη Σπιναλόγκα ; Πού είναι Όλγα η διαφορά σου από τα ζώα ε ;”
Πήρα μια γλάστρα με βασιλικό και το κρατούσα δώρο από το νονό της μεγάλης δήθεν. Είχα σκεφτεί πολύ καλά τι θα έκανα …θα έμενα !
Αλλά για να μπορέσω να τις βοηθήσω έπρεπε να κάνω κατοικήσιμα τα δυο καμαράκια. Κι ας μην ήμουν υποχρεωμένη από κάποιον παρά μόνο από τη συνείδηση μου. Έκοψα μια μαύρη γιγαντοσακούλα και την πέρασα από το κεφάλι μου σαν φουστάνι, έβαλα τις γαλότσες που είχα στο αμάξι, γάντια, μάσκα. Μόνο τα μάτια άφησα να θωρώ ….έφερα τον κάδο του δρόμου και πέταξα ότι σκουπίδια βρήκα. ‘Έρχεται μια γειτόνισσα που την είχα και σε υπόλειψη !
– Ότι και να κάνεις παράδικος πάει ο κόπος σου !
Την κοίταζα δίχως να της μιλήσω. Πάνε πιο κει κακομοίρα είπα από μέσα μου να μην σε κολλήσω τίποτα θετική ενέργεια.
Προς μεγάλη μου έκπληξη το ψυγείο δεν ήταν καν στην πρίζα. Αφού έλαμψε το σπίτι τους δεν άφηναν ευχές οι γυναικούλες να μην τις πουν. Έκατσα μαζί τους διστακτικά στο κρεβάτι. Ήταν κι αυτή η λέπρα που έκοβε βόλτες στο μυαλό μου ή και μπορεί να με παραμόνευε μέσα από τα μάτια της να μου ορμήξει. Και τότε σήκωσε η μεγάλη την μπλούζα της και μου έδειξε την κοιλιά της που έλειπε όλη ! Το ένα αυτί της έλειπε επίσης. Τόσο κοντά σε άρρωστο άνθρωπο δεν είχα ξαναέρθει ποτέ στη ζωή μου κι ας έχω τελειώσει τη σχολή νοσοκόμων ! Η νόσος του Χάνσεν ζήλευε φαίνεται την ομορφιά του ανθρώπου και έκλεβε τα ανθρώπινα όργανα.
Άρχισε να μου λέει ιστορίες για τους ανθρώπους. Ήμουνα δεκαέξι χρονών κορίτσι όταν με έβαλε ο κύρης μου στο παπόρι να με περάσει απέναντι ο Αλεξανδρής ! ‘Έκλαιγε η μάνα μου ίδια πως με κήδευε …
“Οι χωριανοί δεν σιμώνανε στο σπίτι μας γιατί φοβούντανε να μην τσι κολλήσω !
Πως τις απέφευγαν οι άνθρωποι. Το στίγμα και την κοινωνική κατακραυγή την έζησε στο πετσί της ! Ακόμη και ο παπάς την κοινωνούσε τελευταία όταν πήγαινε να κοινωνήσει. Και συνεχώς μου έλεγε ότι έχει πιστοποιητικό να μου δείξει ότι είναι καθαρή και να μη τη φοβάμαι … δηλαδή ότι ο Χάνσεν είχε μαζώξει τα μπαγκάζια του και είχε μισέψει …
Ντράπηκα τόσο για τις σκέψεις που είχα κάνει όλο τα προηγούμενα βράδια. Ντράπηκα για τα δυο πόδια που στέκω όρθια …αφού έγινα κατακόκκινη αν έβλεπε και δεν είχε νοητική στέρηση θα το έβλεπε.
Ο Χάνσεν είχε κλέψει και το φως της. Πότε πότε ξέφευγαν οι κόρες των ματιών της και φαινόταν μόνο το άσπρο.
Το μυαλό μου αφέθηκε στις διηγήσεις της.
Οι άνθρωποι στην Σπιναλόγκα που τους πέταξαν σε άδεια παγωμένα σπίτια, χωρίς υποδομές, χωρίς τα απαιτούμενα φάρμακα της αρρώστιας που χρειάζονταν και ξέρετε πώς τα κατάφεραν να φτιάξουν μια βιώσιμη κοινωνία; Χάρην στην ανθρωπιά που έδειξε ο ένας στον άλλο. Χάρην στη συμπόνια που έδειξε ο ένας στον άλλο.
” Εδίψουνα παιδί μου και ήταν στην κορφή εκιά που μέναμε η στέρνα και ήταν μια κοπελιά στο ίδιο δωμάτιο, Χανιώτισσα και επήρε το σταμνί και επήγε μες στη νύχτα και μου φέρε νερό, απού καιγόμουνα στον πυρετό ! Κακό πράμα ο πυρετός, οποιανού δεν έπεφτε είχενε παιδί μου μετρημένη ζωή ! Μιαν άλλη βολά εκρύωνε ένας και τον είχανε αγκαλιασμένο δυο να τονε ζεστάνουνε ! Έχεις πάει Ολγανιά ;
Όχι ! της έγνεψα.
-Ανε μπας να σου πω που είχα φυτεμένο κηπούλι να μου πεις ανε το βρεις!
Κάθε φορά που πήγαινα στο σπιτάκι του …έπαιρνα το δρόμο που ανοίγει το φεγγάρι στο αρυτίδωτο πέλαγος για το ξερονήσι της Σπιναλόγκα … Το τουριστικό αξιοθέατο τώρα ήταν τόπος μαρτυρίου κάποτε, τόπος ντροπής της ανθρωπότητας … η λέξη σπινα – λογγα σημαίνει μακρύ αγκάθι, όπως εκείνο που αγκύλωσε την καρδιά τούτης της γιαγιάς, όταν ερωτεύτηκε ένα παλικάρι και δεν την άφησαν να το παντρευτεί, γιατί θα έβγαζαν παιδιά καχεκτικά, άρρωστα. Γιατί το να είναι κανείς χανσενικός είναι κρίμα !
Το σακατεμένο κουφάρι, που έστεκε μπροστά μου, το αποτελείωσαν οι άνθρωποι, αφού όταν επέστρεψε στο χωριό δεν ήθελε κανείς να την πλησιάσει … Έτσι από τα δέκα αδέλφια είχαν μείνει οι δυο τους … Οικονομικό πρόβλημα δεν είχαν αφού έλειπε ένα κομμάτι από το πόδι του κρεβατιού και το στερέωναν με πάκο από ευρώ … Αυτά φοβόντουσαν να μην τους πάρω …
– Και εσύ Ολγανιά δε φοβάσαι να μην κολλήσεις ;
Ένα ναι ή ένα όχι γιατί ήθελα να πω και τα δυο ταυτόχρονα …που πήγα να πω έπλεξε κομποσκοίνι το σάλιο στο λαιμό μου και δεν είπα λέξη, μόνο της χάιδεψα διατακτικά το χέρι … Και τότε εκείνη έβαλε τα κλάματα. Την πόνεσε το ανθρώπινο άγγιγμα φαίνεται, γιατί όταν σε χτυπούν με τις πράξεις και τα λόγια τους οι άνθρωποι φοβίζουν και πονάνε ακόμη και τα χάδια. Πρώτη φορά δάκρυα άκουγα να κάνουν τέτοιο θόρυβο. Όπως το νερό της βροχής, που χτυπά με δύναμη τους τσίγκους και τους τενεκέδες. Ή και μπορεί εμένα να μου φάνηκε …
Η μικρότερη ήταν σαν μικρό παιδάκι. Ήταν ένα τριάντα στο ύψος περίπου και όποτε πήγαινε να μου μιλήσει, μου έκανε εντύπωση, που έβαζε ασκιανό στο κούτελο της την παλάμη της, για να με βλέπει καλύτερα, παρόλο που δεν είχε καθόλου ήλιο. Λες και πίσω μου είχα ένα ήλιο τόσο λαμπερό, που τη θάμπωνε. Μόνιμα χαμογελαστή κι όλο κάτι μασουλούσε με τα λίγα δόντια που είχε. Με ρωτούσε αν άκουσα για τον πόλεμο στο Ηράκλειο που κάνει ο Σαντάμ και μου εξήγησε ότι τα σακιά το αλεύρι και το ρύζι, που είχαν στην γωνία της κάμαρης και που το κουβαλούσαν οι μελίτακες στην πλάτη, το είχαν προμηθευτεί για τον πόλεμο. Σηκώθηκα έφτιαξα το σταθμό του ραδιοφώνου που τσαφάριζε και τους εξήγησα ότι ο πόλεμος είναι στο Ιρακ πολύ μακριά από δω και ότι δεν κινδυνεύουν. Την επόμενη φορά τους έδειξα στο χάρτη, που ήταν ο πόλεμος. Μου έμοιαζαν με δυο φυλλαράκια αβάρσαμο, που κάθε φορά που τα έτριβα, που μου μιλούσαν μοσχοβολούσε το καμαράκι. Σαν το νερό το κρυγιό της στέρνας ένιωθα, που έτρεχα στον καταπότι να τις ποτίσω με ανθρώπινη επαφή. Βρήκαν λίγο οξυγόνο μέσα στη σπηλιά που ζούσαν …
Μια μέρα η μικρότερη, γιατί εκείνη έκανε τις περισσότερες δουλειές, τηγάνιζε ψάρια σ΄ένα πετρογκάζ σε ένα τραπέζι στην αυλή και περίμενε ο γάτης να τα τηγανίσει και τ΄άρπαζε από το πιάτο …
-Βρε τις λέω διώξε το γάτι
– Άσε Όλγα να φάει κι αυτός ο κακομοίρης …Δυο κιλά ψάρια πώς θα τα φάμε οι δυο μας !
– Και γιατί αγόρασες δυο κιλά ψάρια ;
-Δεν τ΄ αγόρασα εγώ μου τα πούλησαν !
Και τότε ανακάλυψα τα κοράκια, που είχαν μυριστεί το ψητό και σκέφτηκα ότι πρέπει να τις προστατέψω !
Δεν γνώριζαν οι καημένες τα ευρώ και περνούσαν οι γυρολόγοι και ψώνιζαν …πορτοκάλια, ρούχα κ.τ.λ. έδιναν ένα 50 ευρώ και τους έδιναν λειψά τα ρέστα.
Μια φορά είχα αποπάρει μια γύφτισσα που την έπιασα στα πράσα ότι θα φωνάξω την αστυνομία !
Ο μόνος τρόπος για να τις προστατέψω ήταν να τις μάθω ! Γιατί εγώ ότι κάνω με την ψυχή μου το κάνω ειδάλλως δεν το κάνω καθόλου. Πήγα και χάλασα ένα 50 ευρώ σε όλα τα χρήματα του ευρώ και προσπάθησα να τους μάθω. Σίγουρα πονηρεύτηκαν γιατί να μάθουν δεν έμαθαν … Όσο κι αν προσπάθησα … Τους παρότρυνα να ξοδεύουν κέρματα καλύτερα.
Αυτό το λίγο έκανα και εκείνες με αγάπησαν πολύ και περίμεναν ανυπόμονες στο έμπα του χωριού τους από δυο ώρες νωρίτερα εκείνη τη μέρα που ήταν στο πρόγραμμα να πάω να της δω … Για λόγους ευνόητους δεν αναφέρω τα ονόματα τους … Και τούτη την ιστορία σας την έγραψα για να σας δείξω τι θεριό είναι ο άνθρωπος και όχι για να σας δείξω τι έκαμα εγώ, γιατί δεν έκαμα τίποτα μεγάλο …και τι μπορεί να προκαλέσει και πως δεν θέλει πολλά μόνο λίγη καλοσύνη η ζωή για να ομορφύνει..
Ήρθε ο καιρός που τελείωσε η σύμβαση μου και με έδιωξαν από τη δουλειά, γιατί αυτά τα πράγματα δεν κοιτούν συναισθήματα και εκείνες ακόμη με περίμεναν… Και όταν πήγα σε ένα εστιατόριο να δουλέψω στο διπλανό χωριό, έρχονταν ένα χιλιόμετρο με τα πόδια να με βρουν, καθόνταν στα σκαλούνια ντου, γιατί μέσα δεν ήθελαν να μπουν και εγώ τις κερνούσα πορτοκαλάδα !
Προσπάθησα να γίνω ανεμότρατα, στα γαλαζοπράσινα νερά του Κρητικού πελάγου, όπως εκείνη που σαλπάριζε από το λιμανάκι της Πλάκας στην Ελούντα μόνο που εγώ θα κουβαλούσα λίγη μια σταλιά ανθρωπιά, για να ζητήσω συγνώμη, για τους ανθρώπους που σκέφτηκαν όπως εμένα.
“Κι όπως λέει και ο Παπά Φώτης στον Χριστό ξανασταυρώνεται
” ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΛΟΣΥΝΗ”
Γι’ αυτό κοστίζει μηδέν να αντιμετωπίζετε τον κάθε άνθρωπο, το κάθε ζωντανό του θεού που συναντάτε στο δρόμο σας με καλοσύνη …
έτσι γίνονται τα θαύματα φίλοι μου ..έτσι”
Μια Ανεμότρατα
©2023 Μπελιβάνη Όλγα
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
Αυτή η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι από τις αγαπημένες μου …
Και είναι πέρα για πέρα αληθινή …
Και νιώθω την ανάγκη να σας την πω μπας και σας ταρακουνήσω λίγο …
