Πεζο-ποίημα (μέρος δεύτερο)
Αρχίζεις να τρέχεις,
σε ρυθμό αποσύνθεσης του σώματός σου…
Η πορεία σου τεθλασμένη,
στην απρόβλεπτη τροχιά της απόγνωσης…
Δεν σε νοιάζει, πόσα τραπεζάκια,
ρίχνεις χάμω στο πέρασμα σου…
Δεν σε νοιάζει, πόσους σπρώχνεις,
απ’ αυτούς που σαμποτάρουν,
το ξέφρενο τρεχαλητό σου…
Δεν σε νοιάζει, ούτε καν η ουρά,
εκείνης της απαστράπτουσας τουαλέτας,
που φόρεσες για να νεάζεις,
και σχίστηκε, κλείνοντας την πόρτα,
μιας αίθουσας έμπλεης φωτός…
Φτάνει μόνο να κλείσει,
αυτή η καταραμένη η πόρτα…
Ένας νύχτιος άνεμος,
παίζει γύρω σου,
ένα ρυθμό ρουνικό,
κατευνάζοντας τους ήχους της καρδιάς σου…
Τα πόδια σου σε έφεραν στο μεσημέρι της σελήνης,
που μπολιάζει τα κύτταρά σου…
Καλωσορίζεις το σκοτάδι,
σαν έναν παλιό, γνώριμο φίλο,
που μπορείς να τον εμπιστευτείς ξανά,
όπως τη μήτρα της μάνας σου…
Ξέρει όλους τους τρόμους,
των παιδικών σου ματιών,
τις νύχτες που το βλέμμα σου έπεφτε,
στη μισάνοιχτη πόρτα της ντουλάπας…
Σε νύχτια οράματα,
σου ΄φερνε όνειρα, μιας χαράς που χάθηκε,
μα ένα όνειρο της μέρας, με ζωή και φως,
άφηνε ραγισμένη την καρδιά σου…
Πόσες φορές, στο φως ενός κεριού της σοφίτας,
το άφηνες να εισχωρήσει,
στο μυχό των έγνοιών σου…
Κι ήξερες πως όλα αυτά,
βαθιά τα έθαβε στη μνήμη του ,
κρατώντας χείλη, ερμητικά κλειστά…
Μπορείς ν’ αφήσεις, όλες
τις θλίψεις και τις απογοητεύσεις σου,
να κυλήσουν άηχα, στον άυλο μανδύα του…
Σ’ ένα μανδύα, που σε κλείνει,
προστατευτικά μέσα του,
μεταμορφώντας ό,τι σε πλήγωσε ,
σ’ απόμακρες σκιές, ωχρών φαντασμάτων …
Αφήνεσαι, αποκαμωμένη πάνω του,
αποδεχόμενη την υφή της ύπαρξής του,
που είναι τώρα, και δική σου κληρονομιά…
Ο μαρμάρινος άγγελος της πλατείας,
που οι χούφτες του βγάζουν νερό,
είναι ίσως ίσως ο μόνος αληθινός
άγγελος, που μπορείς να ξεδιψάσεις…
Ο ισχνός φανοστάτης…
Το παγκάκι δίπλα του…
Κι εσύ μια μυστηριώδης φιγούρα,
με βέλο στο πρόσωπο,
αναμένουσα, εκούσια συνοδεία,
τυχαίων πλασιέ, που αποβιβάζονται απ’ το τρένο,
γυρεύοντας μια πρόσκαιρη διαφυγή,
στην αφόρητα πληκτική πορεία τους…
Να!… Κάποιος κατεβαίνει…
Σε περιεργάζεται αρκετή ώρα, δειλά,
πριν σου απευθύνει συστολικά, το λόγο…
– Το νερό αυτό, πίνεται;
Ανεβάζεις το βέλο, ώστε να μπορεί να σε δει καλύτερα…
Απαντάς λιτά, μ΄ ένα μελωδικό τρεμούλιασμα,
στο τέλος της φράσης , που ξεθωριάζει…
– Ναι, φυσικά…
– Δεν είμαι από τα μέρη σας… Πείτε μου…
Μήπως ξέρετε, πού θα μπορούσε,
να διασκεδάσει, κανείς, για λίγο ?
– Μα, φυσικά… Στο καζίνο της λίμνης…
Έχει μπόλικο ουίσκυ, και παιχνίδια μειωμένης ηθικής..
Μια σπλαχνική στέγη, των ασεβών μας πόθων…
– Μα τότε, γιατί καθόμαστε ακόμη εδώ ?…
Θα φωνάξω αμέσως ένα ταξί…
Θα είχα την τιμή, να με συνοδεύσετε?…
– (Βεβιασμένο χαμόγελο αποδοχής)…
Αφού το θέλετε… Εξάλλου, όλες αυτές,
οι μικρές αναγκαιότητες συμβιβασμών,
είναι τόσο απαραίτητες,
για να μπορούμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε…
Δε νομίζετε κι εσείς, ε ?…
Φεύγουν μαζί… Εκείνη, κάνει ένα νεύμα του κεφαλιού,
σα ν’ αποχαιρετά, το μαρμάρινο άγγελο της πλατείας…
Το φως, απομύζησε τους χυμούς της νιότης σου…
Το σκοτάδι όμως, σε δέχεται όπως είσαι…
Δεν σε κρίνει…
Απλώς σε προκαλεί να γίνεις, λίγο πιο <<βακχικός>>…
Δεν είναι δα, και τόσο σπουδαίο,
το αντάλλαγμα που σου ζητάει!…
Ίσως, ένας μικρός, εικονικός φόνος,
του εαυτού σου, από εσένα τον ίδιο…
Ένα είδος φόνου, <<υπό εχεμύθειαν>>…
Νομίζω πως εύκολα, θα ξεφορτωθείς,
το πτώμα και τις τύψεις,
θάβοντάς τα στο ουίσκυ του καζίνου…
Έτσι, δεν είναι;……… Ε;.
©2025 Φωτεινή Μανούση
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα
