Ποίημα
Τα αυτιά μου βουίζουν εδώ και μέρες.
Είναι σαν να πάγωσε ο χρόνος θαρρείς;
Κι απλά ακούω τον ενοχλητικό θόρυβο.
Πόσο έμεινα εδώ;
Δύο μέρες, τρεις μέρες ή μια ζωή ;
Πιθανή έλλειψη κινητού τηλεφώνου
να καθιστούσε ανήμπορη την απάντηση.
Κοιτώ το ταβάνι, κοιτώ το παράθυρο
κάνω να δω πιο πέρα και κίνηση καμιά.
Κανείς δεν κινείται.
Κάπου κάπου ένα αυτοκίνητο στον απέναντι δρόμο.
Τα αυτιά μου βουίζουν.
Τι είναι αυτός ο θόρυβος;
Αφουγκράζομαι να καταλάβω.
Ναι, ναι.
Σαν να ξεχωρίζει η φωνή των τζιτζικιών.
Ή μήπως είναι η δική μου;
Που μου λέει πως φεύγοντας από δω ελευθερώθηκε η ψυχή μου.
Χώματα γνωστά κι όμως άγνωστα.
Όχι όχι άγνωστα – άγονα εννοώ.
Δεν γέννησαν ούτε τόλμη ούτε λαχτάρα για να ζήσω.
Πετώντας μακριά, άνοιξα φτερά για νέους ορίζοντες.
Τα χώματα άλλοτε βρεγμένα κι άλλοτε σκεπασμένα με χιόνι
με έκαναν πιο τολμηρή και τα αγαπώ.
Ακόμη και τις άγνωστες φωνές που ακούω
κι όλους τους ήχους που αγκαλιάζουν τα αυτιά,
τους καλωσορίζω με χαρά.
Σε αντίθεση με αυτή την εκκωφαντική
και τόσο οικεία ηρεμία του χωριού μου.
Που κλείνοντας το παράθυρο θαρρείς πως δυναμώνει.
©2024 Gkirtzimanaki Maria
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

Υπέροχες εικόνες και συναισθήματα, πλεγμένα μέσα σε μια γλυκιά θλίψη… που ειλικρινά λατρεύω…
Άγγιγμα ψυχής