Ποίημα
Βαριανασαίνει το ποίημα
ασφυκτιά.
Νιώθει να το συνθλίβουν
πάνω στις αράδες του τετραδίου
οι λέξεις που σβήστηκαν με μιά μολυβιά
και γράφτηκαν από πάνω κι από κάτω
με μικροσκοπικά γραμματάκια
άλλες συνώνυμες.
Και τα περιθώρια της σελίδας
δεξιά κι αριστερά
γέμισαν με βελάκια προς κάθε κατεύθυνση
Και υποσημειώσεις
και στίχους με αλφαβητική σειρά
που αντικαθιστούν άλλους
διαγραμμένους κι αυτούς με μιά μολυβιά
ακυρωμένους από το ίδιο άσπλαχνο μολύβι.
Βαριανασαίνει το ποίημα
ασφυκτιά
Νιώθει επιβάτης λεωφορείου σε ώρα αιχμής
που τον πιέζουν δεξιά – αριστερά
μπρος – πίσω άλλοι επιβάτες
χάνει τον προσανατολισμό του
και δεν γνωρίζει σε ποια στάση
πρέπει να κατέβει.
Μοιάζει ψάρι
κλεισμένο μαζί με άλλα ομοιοπαθή
σφηνωμένο κατά μήκος, κατά πλάτος,
χωρίς να ξέρει σε ποια σειρά βρίσκεται
και πότε θα έρθει αυτή η σειρά
να ελευθερωθεί επιτέλους.
Βαριανασαίνει το ποίημα
ασφυκτιά…
Αχ πόσο λατρεύω το χαρτί και το μολύβι
κι αυτή την αταξία της σελίδας
που μου δημιουργεί
μία περίεργη υπερδιέγερση.
Σβήνω γράφω…
Διορθώνω και σημειώνω…
Το πιάνω το αφήνω…
Φεύγω και επανέρχομαι…
Κάνω πως δεν ακούω τη βαριά ανάσα του…
Έχω μάθει πια πότε σταματούν οι ωδίνες
και ξεκινάει ο τοκετός του…
Αχ! πόσο λατρεύω αυτήν την αταξία
της σελίδας…
©️2025 Ελένη Ταϊφυριανού
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα
