Το ποτήρι έσπασε στα χέρια μου
αίμα και κόκκινο κρασί έγιναν ένα.
Δεν ήταν το κόψιμο που πονούσε,
ούτε το αλκοόλ που έτσουζε την πληγή.
Οι πύρινες γλώσσες τους έγλυφαν την ψυχή μου
και καταπίναν με κορεσμό την θλίψη.
Η θλίψη γεννήθηκε
απ΄τα σπασμένα γυαλιά του μυαλού μου, του είναι μου.
Τα ανθρωπόμορφα τέρατα ξεχύθηκαν
να κατασπαράξουν ότι όμορφο είχα μέσα μου.
Ποιός ξέρει, ίσως την ομορφιά της ψυχής
να μην μπορούν να την αντέξουν.
Λιώνει τις σάρκες τους
και χάνονται στην κόλαση του μυαλού τους.
Πόσο κρότο κάνουν οι άνθρωποι
όταν γκρεμίζονται μέσα μας.
Ακούς τη βοή, βλέπεις τη σκόνη τους και μετά χάνονται.
Έτσι σαν να μην πέρασαν ποτέ από την ζωή σου.
Το μόνο που αφήνουν είναι τα συντρίμμια τους
για να σου θυμίζουν ότι τίποτα δεν είναι στέρεο.
Τι λυπηρό…
Τα όνειρα τρέχουν τρομαγμένα.
Κι εσύ εκεί άγρυπνος φρουρός
διώχνεις τα μαύρα σύννεφα τους
απλώνοντας καθημερινά τις ηλιαχτίδες σου.
Και ίσως, ποιος ξέρει, κάπου εκεί μέσα στο ξέφωτο,
να επιζήσει το κόκκινο λουλούδι της αγάπης,
προστατευμένο από τις πύρινες γλώσσες και τις απρόσωπες μάσκες.
©2023 Ελένη Λέκα
Αρθρογράφος – Ποιήτρια
