Ποίημα
Μέσα μου βρυχάται
μία σκοτεινή βαθιά να θάλασσα.
Στα πόδια μου τα κύματα της
σπάνε μανιασμένα.
Μα εγώ ανοίγω διάπλατα
τα χέρια τεντωμένα,
σαν Δερβίσης εκστασιασμένος στη Νιρβάνα του,
ανεμίζω τη λευκή μου φούστα …παραδίνομαι …
Το΄να μου χέρι
ανάποδα τη θάλασσα γητεύει.
Με τ΄άλλο στέλνω προσευχή
στ΄αλώνι της Εκάτης,
να την ακούσει η μάνα μου
να΄ρθει να ανατριχιάσει.
Κι όταν τα αστέρια θα πηδούν
μες τον γκρεμό του ερέβους.
Στην χούφτα μου θα πέφτουνε
και πριν λιποθυμήσουν,
της μάνας μου νανούρισμα
θα σιγομουρμουρίσουν.
Ύστερα από τα δάχτυλα
ανάμεσα θα πέσουν,
στα πόδια μου θα σωριαστούν,
ασημί χαρισμένο.
Της θάλασσας το βρυχηθμό
για να καταλαγιάσουν.
Και μοναχά το Φλοίσβο της
θα στέλνει να χαϊδεύει,
στους αστραγάλους μου γλυκά
θα αφήνει το φιλί της.
Και ο Δερβίσης ήρεμα
τη φούστα του ισιώνει
στο χώμα σταθερά πατά,
τα πέλματα γειώνει
της μάνας μου νανούρισμα
στη γη με προσγειώνει.
©2023 Ελένη Ταϊφυριανού
Αρθρογράφος – Ποιήτρια
