Ποίημα
Αχνίζει η ανάσα του βοριά πάνω από τις παγωμένες στέγες των σπιτιών.
Η πάχνη περνά ανάμεσα στα δέντρα σαν χάδι στοργικό και απλώνεται
μέχρι την αγκαλιά του κάμπου, όπου ξεκουράζονται οι αγριόπαπιες.
Στάθηκε στα ριζά του βράχου κι έφερε το βλέμμα του τριγύρω.
Ποτέ δεν βαριέται τούτη την θέα…
Άσπρες νιφάδες
στην αγκαλιά τ’ ανέμου,
στροβιλίζονται.
Οι κόκκινες στέγες των σπιτιών σκεπάζονται με το λευκό πάπλωμα
που κέντησε ολονυχτίς η φύση.
Η καμπάνα χτύπησε από νωρίς μα,
πριν διαβεί το μονοπάτι που οδηγεί στην εκκλησία, είναι αποφασισμένος να
πει μια καλημέρα στην γριά του..
Χλωμό καντήλι
τρεμοσβήνει πίνοντας,
ίχνος ελαίου.
Η σιδερένια πόρτα του κοιμητηρίου έτριξε κάνοντας τον κοκκινολαίμη
να αφήσει βιαστικά την θέση του στο πεύκο σκορπώντας τριγύρω
παγωμένα δάκρυα.
Έκαψε λιβάνι ν΄αναγαλιάσουν οι ψυχές και συμπλήρωσε λαδάκι στο στεγνό φυτίλι
να καίει φάρος να βρίσκουν τον δρόμο τους μέσα στα σκοτάδια…
Κοιμήσου άστρο
Η μέρα αγροξυπνά,
βγαίνει ο ήλιος.
Χάιδεψε στοργικά την παγωμένη φωτογραφία,
και πήρε τον δρόμο για την εκκλησιά.
Μη με αφήσεις να ψάλλω μόνος, του είπε ο παπάς την προηγούμενη.
Σε σένα βασίζομαι ακούς;
Εν Ιορδάνη
βαπτίστηκε το φως,
άγιο το ύδωρ.
Δέκα νοματαίοι όλοι κι όλοι στην θαλπωρή της μικρής εκκλησίας
μασκοφορεμένοι και βλοσυροί να κοιτάζονται καχύποπτα.
Φώτισέ τους Κύριε να βρουν το δρόμο τους.
Χαμένα πρόβατα με τον φόβο φωλιασμένο του θανάτου, γυρεύουν να πιαστούν
στης πίστης το αποκούμπι…
Ήρθαν τα Φώτα
κρύφτηκαν στο λαγούμι,
καλικάντζαροι.
Πήρε τον δρόμο για το σπίτι,
να ρίξει αγιασμένο νερό στο πηγάδι του κήπου,
να φτιάξει και το ψαράκι που του έφερε η γειτόνισσα,
να πάρει τηλέφωνο και τον Γιώργη… μόνος απέμεινε και αυτός…
Ο γάτος του γείτονα, στέλνει μουσικές κορώνες χωρίς ανταπόκριση.
Το ταίρι του, κουλουριασμένο ίσως δίπλα σε κάποια ζεστή στόφα,
κωφεύει στο ερωτικό κάλεσμα…
Καλή φώτιση
Χρόνια πολλά άνθρωποι,
πίστη κ’ ελπίδα.
©2024 Κτενά Ρούλα
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

πολύ δυνατό!
Ευχαριστώ Ζωίτσα!