Ποίημα
Ζωντανοί μουσικοί ήχοι
βγαλμένοι από τα κατάβαθα της απελπισίας
συνοδεύουν τους χτύπους από τα πόδια,
που η απόγνωση δεν τα έχει λυγίσει.
Δυο συσπάσεις στο πρόσωπο του λυράρη
είναι αυτές η καταφρόνια της καταπίεσης.
Τα πόδια είναι ακούραστα να χορεύουν
και τα χέρια αλύγιστα να παίζουν,
στο σκοπό της ανάστασης και της λύτρωσης.
Ο καημός διαπερνά τα κορμιά
και σταματά μπροστά στην καρδιά,
που είναι γεμάτη από αναμνήσεις.
Οι σκέψεις συγκεχυμένες στο μυαλό,
παλεύουν να κατανικήσουν το σκοτάδι
και κάποιες ανέμελες στιγμές ευτυχίας
έρχονται να με ταξιδέψουν εκεί,
όπου ο θόρυβος των ανθρώπων δεν ενοχλεί
σαν της αγάπης η αύρα πλημμυρίζει την ψυχή.
Δεν έχει γίνει ακόμα ο φράχτης
που θα μ΄ εμπόδιζε να το σκάσω,
ούτε το σκοτεινό παραπέτασμα
που θα καλύψει το γαλανό ουρανό μου.
©️2025 Στέλιος Μωκιάτος
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
