Αφήγημα * Σκέψεις
Όλες αυτές οι επαφές και οι συνάφειες, που λέει κι ο ποιητής, έπρεπε να τον αφήνουν κάπως ικανοποιημένο ή να του δίνουν μια επίφαση κοινωνικής αποδοχής. Όχι όμως. Του φαίνονταν οι σχέσεις, με αυτούς τους «επιτυχημένους» μικροαστούς, με τις τακτοποιημένες ζωές, υποκριτικές και χυδαίες. Αντιλαμβανόταν ότι υιοθετούσε τακτικά τον ρόλο του μισάνθρωπου για να προστατευθεί και να συνεχίζει να ζει, τουλάχιστον και στοιχειωδώς ισορροπημένα.
Η ώρα ήταν τρεις τη νύχτα, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο γραφείο του. Μαύρες σκέψεις τον κατέκλυζαν. Αμήχανα, έψαξε τα συρτάρια του γραφείου, όπου υπήρχαν αραδιασμένα γράμματα, σχεδόν όλα ήταν από γυναίκες. Δε τον αγάπησαν, δεν μετάνιωσε, ούτε παραπονέθηκε. Δεν ήταν ποτέ ο κύριος: ραγισμένη καρδιά.
Είχε «πατήσει» τα πενήντα, πόσο μάταια ήταν όλα τελικά. Δεν φανταζόταν τη ζωή όπως οι περισσότεροι, δηλαδή σαν μια άγρια θάλασσα με μεγάλα κύματα, που παίδευαν τον κολυμβητή. Το αντίθετο, την έβλεπε σαν έναν ωκεανό ήρεμο και διάφανο, τόσο καθαρό που φαινόταν ακόμα κι ο βυθός του. Αυτός στεκόταν στη μέση του, πάνω σε μια μικρή βάρκα. Ξαφνικά, μέσα απ’ τη λάσπη του βυθού αναδύονταν θαλάσσια τέρατα: η ανημπόρια, η αρρώστια, η απόρριψη, η ανυπαρξία.
Ανέβαιναν γρήγορα στην βάρκα και αυτήν την συνάφεια δεν μπορούσε να την αποφύγει.
©2024 Christofer Triantis
Αρθρογράφος – Ποιητής

Βαθιά συνειδητοποιημένη σκέψη
Ένα υπεροχο αφήγημα