Προχωρούμε με το βάρος μιας ζωής ατιθάσευτης,
με την ευθύνη να ξετυλίγουμε ευλαβικά τις μέρες.
Αδράχνουμε το νήμα του ήλιου,
πλέκουμε τον χρόνο με τις πληγές.
Τα πουκάμισά μας κρεμασμένα στις μέρες,
να μας θυμίζουν τα πουλιά
που ολοένα χάνονται στις χώρες τ’ ουρανού.
Πόσα σχήματα αλλάξαμε;
Πόσα δάκρυα ξεχάσαμε;
Ταξιδεύουμε σε θάλασσες άγνωστες,
η αρμύρα γίνεται νέο δέρμα μας.
Ξεχάσαμε το νυφικό μας στα βράχια της ακρογιαλιάς,
φορέσαμε το χρώμα του ανέμου.
Κλείσαμε στην παλάμη μας το μικρό περιστέρι του ωκεανού,
περπατήσαμε ξυπόλυτοι στην ερημιά.
Ωριμάσαμε μέσα στη μοναξιά του πελάγους,
προσευχηθήκαμε για λίγη γαλήνη.
Και η βροχή πάντα να μας βρίσκει στα μισά του δρόμου,
να τρέχουμε μουσκεμένοι στα μονοπάτια της αγωνίας…
Ευχηθήκαμε πολλές φορές να μη γνωρίζαμε την ευθύνη της ύπαρξης.
Οι ώμοι μας κυρτώνουν απ’ τα φτερά των ονείρων.
Απροστάτευτοι στις καταιγίδες του χειμώνα,
αδύναμοι στα όρη του σεληνόφωτος.
Πώς ν’ αντέξουμε τον πόνο των ξανθών φεγγαριών;
Χάθηκε η νύχτα στα βάθη τ’ ουρανού,
ακόμη μια φορά μάς πήρε μαζί της
η ασπρόμαυρη φωτογραφία της περασμένης νιότης.
Αγγίζουμε το σώμα μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σημάδια του.
Καρφωμένες οι μέρες μας στα μοιρολόγια των δέντρων.
Διαρκώς ανταλλάσσουμε τα δευτερόλεπτα με μια χούφτα σκόνη,
τα μάτια μας προσηλωμένα στην άγνωστη πορεία.
Και το πρόσωπό μας ν’ αντέχει τα καπρίτσια των ανέμων,
απρόσμενα νέο στη χάση των ημερών.
Πόσο χρόνο να χωρέσει η μικρή μας ύπαρξη;
Πόση αλήθεια να ζωγραφίσουμε στη διάφανη ψυχή μας;
Κλείνουμε στοργικά στην παλάμη μας
τα πουλιά που χτυπούν το παραθύρι μας,
σπέρνουμε φως στις αφέγγαρες νύχτες.
Ο μίτος της Αριάδνης αστέρι παρήγορο,
αρμενίζουμε με λευκά πανιά για τη χώρα του Μινώταυρου.
Αφήνουμε μαντηλάκια των ευχών
στα κλαδιά της βελανιδιάς με τον μεγάλο δράκο
κι ανεβαίνουμε στο άλογό μας
να προφτάσουμε τον Αϊ-Γιώργη στα βουνά του ήλιου…
©2023 Ιωάννα Αθανασιάδου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια
Το συγκεκριμένο ποίημα από το βιβλίο ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΣΙΩΠΕΣ,
Εκδόσεις Βεργίνα

Πυκνός λόγος γεμάτος εικόνες. Πάρα πολυ καλό
Εξαιρετικη…