Ερωτικό Instantane
Ο μεγάλος έρωτας του Ορέστη με τη Δάφνη είχε ξεκινήσει όπως όλοι οι έρωτες,
μ΄έναν εκρηκτικό ενθουσιασμό, γεμάτο πάθος. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου,
αυτή η φωτιά άρχισε να σβήνει σιγά-σιγά, από τη φθορά της καθημερινότητας.
Αυτό που κάποτε φαινόταν συναρπαστικό και καινούριο, τώρα είχε γίνει κουραστική
συνήθεια. Οι ώρες μαζί δεν ήταν πια στιγμές απόλαυσης, αλλά υποχρεώσεις, που τις
πλησίαζαν με βαριεστημένη αποδοχή. Οι συζητήσεις είχαν χάσει τη μαγεία τους,
οι μικρές εκπλήξεις του άλλου είχαν γίνει αδιάφορες και ο Ορέστης, που κάποτε
αναστέναζε με την προσμονή της επόμενης συνάντησης, άρχισε να κουράζεται από
αυτή τη ρουτίνα που είχαν χτίσει. Στο τέλος, ο έρωτας δεν ήταν πια η φωτιά που τους
έκαιγε, αλλά η στάχτη που τους άφηνε με την αίσθηση ότι είχαν ξοδευτεί χωρίς να το
συνειδητοποιήσουν.
Έτσι αποφάσισαν για να ανανεώσουν τη σχέση τους να κάνουν ένα ολιγοήμερο
ρομαντικό ταξίδι που θα ξεκινούσε την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Βρήκαν έναν
προορισμό μικρό, μακριά από τη βαβούρα της καθημερινότητας, να ανακαλύψουν
και πάλι ο ένας τον άλλον. Είχαν φανταστεί τη στιγμή που θα ανέβαιναν στο τρένο
μαζί, χέρι με χέρι, αφήνοντας πίσω τους όλη τη φασαρία της πόλης και τις
ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Θα ήταν η αρχή ενός νέου ξεκινήματος.
Η Δάφνη ξύπνησε νωρίς το πρωί με την αίσθηση του ενθουσιασμού που συνοδεύει
μια σημαντική ημέρα. Το φόρεμα που είχε διαλέξει ήταν απλό, μα το ένιωθε σαν την
πιο όμορφη επιλογή που είχε κάνει ποτέ.
Πήρε το εισιτήριό της και ξεκίνησε για το σταθμό.
Έφθασε πρώτη. Περίμενε με υπομονή, αλλά εκείνος αργούσε. Το τηλέφωνό του ήταν
κλειστό και τα μηνύματα δεν έφταναν. Η ώρα περνούσε αργά, ο χρόνος έτρεχε
αδιαφορώντας για την αγωνία της. Το ρολόι στον τοίχο χτύπησε την ώρα της
αναχώρησης. Επιτέλους ο κινητό της βούιξε έχοντας λάβει ένα μήνυμα. Το διάβασε.
‘Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να το κάνω. Πρόσεχε τον εαυτό σου’
Με το αχρησιμοποίητο εισιτήριο στο χέρι έκανε μεταβολή και βγήκε από το σταθμό.
Κανείς δεν την είδε από τότε.
Ο Ορέστης σύντομα κατάλαβε το λάθος του. Την έψαξε να της ζητήσει συγγνώμη.
Δεν την έβρισκε ούτε στο σπίτι της, ούτε ξαναπήγε στη δουλειά της.
Τα δάχτυλά του πέρασαν πάνω από το πληκτρολόγιο πολλές φορές.
‘Δάφνη, μίλα μου. Πού είσαι;
Μπορούμε να το διορθώσουμε’
Γι΄αυτό η Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου τον έβρισκε βρήκε αμήχανο, αλλά φέτος δύο
χρόνια μετά, η μοναξιά του είχε ένα βάρος σχεδόν ασήκωτο. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι
χαμογελαστά ζευγάρια που κρατιούνταν χέρι-χέρι, τα ανθοπωλεία ξεχείλιζαν από
κόκκινα τριαντάφυλλα, και οι βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων έσταζαν ροζ και
σοκολάτα. Εκείνος, όμως, περπατούσε μόνος ανάμεσα σε όλα αυτά, σαν να
κινούνταν σε έναν παράλληλο κόσμο, ξένος και αόρατος. Δεν υπήρχε κανείς να τον
περιμένει, κανείς να τον αγκαλιάσει, κανείς να του ψιθυρίσει ένα γλυκό «σ’ αγαπώ».
Μόνο η σιωπή του διαμερίσματός του, το ψυχρό φως της τηλεόρασης και το
φάντασμα της Δάφνης που έμοιαζε να πλανάται παντού, σε κάθε γωνία του σπιτιού
του, υπενθυμίζοντάς του πως κάποτε, μια μέρα σαν κι αυτή, δεν ήταν μόνος.
Τότε όμως, δεν μπορούσε να εκτιμήσει το πόσο σημαντική ήταν η καθημερινότητα, οι
βαρετές συζητήσεις, οι κουραστικές επαναλήψεις. Τι δεν θα έδινε να ξαναζούσε μια
«βαρετή» ημέρα μαζί με τη Δάφνη.
Μια και δεν τον χωρούσε το σπίτι έκατσε σε μια μπυραρία. Και τότε, η οθόνη του
κινητού του άναψε. Ένα νέο μήνυμα.
Αποστολέας: Δάφνη
Η καρδιά του σταμάτησε. Το βλέμμα του πάγωσε πάνω στο όνομά της. Τα δάχτυλά
του έτρεμαν καθώς πάτησε να το ανοίξει.
“Γύρνα”
Γύρισε. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, στεκόταν μια γυναίκα. Βρεγμένη από τη βροχή, με
μια μαύρη καμπαρντίνα σφιχτά δεμένη γύρω από το σώμα της. Τα μαλλιά της
κολλούσαν στο πρόσωπό της. Ήταν η Δάφνη που τον χαιρετούσε χαμογελώντας.
Του κούνησε το χέρι με εκείνο το παλιό ναζιάρικο ύφος, σηκώνοντας το ένα πόδι και
γέρνοντας δεξιά το κεφάλι. Κρατούσε ένα χαρτάκι στο χέρι.
Ο Ορέστης πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε προς το μέρος της. Ένα λεωφορείο παραλίγο
να τον παρασύρει. Ευτυχώς πρόλαβε και σταμάτησε. Μόλις το μεγάλο όχημα πέρασε,
η Δάφνη είχε εξαφανιστεί. Κοίταξε δεξιά και αριστερά, πουθενά. Κανένα ίχνος της.
Μόνο ένα χαρτί, πεσμένο στο πεζοδρόμιο. Το σήκωσε με ταχύτητα. Ήταν ένα παλιό,
ξεθωριασμένο εισιτήριο τρένου.
Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου.
Δύο χρόνια πριν. Ήταν το εισιτήριο που η Δάφνη δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ.
Το ταξίδι που θα έκαναν μαζί. Η ανάσα του κόπηκε. Μια σταγόνα έπεσε πάνω στο χαρτί,
αλλά δεν ήξερε αν ήταν από τη βροχή ή από το δάκρυ του.
Ο Ορέστης έσφιξε το παλιό εισιτήριο μέσα στη χούφτα του, νιώθοντας ένα κύμα
παγωμένου αέρα να τον τυλίγει. Η καρδιά του χτυπούσε άρρυθμα, το μυαλό του
πάλευε να βρει μια λογική εξήγηση. Ήταν παιχνίδι του μυαλού του; Ή μήπως…
Και τότε, ήλθε νέο μήνυμα.
Αποστολέας: Άγνωστος αριθμός
“Ο χρόνος τελειώνει. Αν θέλεις να τη δεις ξανά, έλα στον σταθμό.”
Το εισιτήριο έκαιγε την παλάμη του. Δεν ήξερε αν το μυαλό του συνέχιζε να του
παίζει παιχνίδια, αλλά όμως το ήξερε: έπρεπε να πάει.
Έτρεξε μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό, το μέρος όπου πριν δύο χρόνια θα έφευγαν
μαζί, αλλά αυτός δείλιασε. Σκοτείνιαζε. Η πλατφόρμα ήταν σχεδόν άδεια, με λίγους
ανθρώπους να περιμένουν το τελευταίο δρομολόγιο της νύχτας.
Και τότε την είδε και πάλι.
Η Δάφνη στεκόταν στην αποβάθρα, φορώντας την ίδια μαύρη καμπαρντίνα, το ίδιο
χαμογελαστό πρόσωπο. Δεν είχε αλλάξει καθόλου.
Ο Ορέστης ένιωσε την ανάσα του να κόβεται.
«Δάφνη…»
«Άργησες…» του είπε ψιθυριστά.
Εκείνος έκανε ένα βήμα μπροστά, πήγε να την αγκαλιάσει, αλλά η Δάφνη ήταν μια
σκιά στο αέρα. Έκανε ένα βήμα πίσω ξαφνιασμένος.
Ο σταθμάρχης σφύριξε. Αναχώρηση. Η Δάφνη κοίταξε το τρένο, μετά εκείνον.
«Θα έρθεις αυτή τη φορά;»
Ο Ορέστης ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό του.
Ανέπνευσε βαριά, έκανε να την αγγίξει και πάλι, αλλά το χέρι του πέρασε μέσα από
το δικό της σαν καπνός.
Ακούστηκε το τελευταίο σφύριγμα.
Η Δάφνη χαμογέλασε λυπημένα.
«Δεν είσαι έτοιμος ακόμα…»
Και μπήκε μέσα.
Οι πόρτες έκλεισαν, το τρένο απομακρύνθηκε, και μαζί του… εκείνη.
Ο Ορέστης έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας το σκοτάδι.
Στην παλάμη του, το εισιτήριο είχε εξαφανιστεί.
Το μόνο που έμεινε ήταν η βροχή και αυτή η αφόρητη αίσθηση μοναξιάς την ημέρα
του Αγίου Βαλεντίνου…
©2025 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
