Ποίημα
Πόλεις μες στη σιωπή και τον αγέρα,
σύρματα σκουριασμένα, σπασμένα γυαλιά
κι ανάμεσά τους φωνές από ξεχασμένες φωτογραφίες,
ξύλινοι σταυροί στην παγωνιά.
Κατάδικοι καιροί σέρνουν τις αλυσίδες τους
στο σπίτι με τους μεγάλους ανεμόμυλους,
ένα αργόσυρτο μουρμουρητό κατεβαίνει με τις σκιές,
κάρτες γεμάτες πόνο σταλμένες από χώρες μακρινές.
Κι εμείς σώματα ξεθωριασμένα,
τριγυρίζουμε στον χρόνο που μας τυραννά,
ένα τρένο πάντα μας παίρνει μακριά,
αγάλματα δακρυσμένα, σπασμένα στην αγκαλιά μας.
Τόση βροχή πού χώρεσε μέσα μας;
Μεγάλα πουλιά στα όνειρά μας
και φόβοι αρχαίοι στον κήπο με τις μαργαρίτες.
Και η βουβή Μάρω της διπλανής κάμαρης
να κάνει νοήματα στους ανέμους,
ν’ ανεμίζουν τα κουρτινάκια του δωματίου
όπου κείτεται άφθαρτο το σώμα της,
να τρίζει το πάτωμα απ’ τις πατημασιές της,
να ξυπνά τρομαγμένος ο πατέρας της:
«πότε έμεινε το κοριτσάκι του μόνο μέσα στη σιωπή;»
Και το σπίτι της πνιγμένο στα λουλούδια και την ερημιά
και να κουτσαίνει μεθυσμένος ο μπόγιας της γειτονιάς
φωνάζοντας ξανά και ξανά ονόματα και πάλι ονόματα
να τ’ ανεβάσει στην κλούβα με τ’ αδέσποτα του δρόμου.
©️2026 Ιωάννα Αθανασιάδου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
βιβλίο ΑΓΙΝΩΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ, εκδόσεις Βεργίνα.
