Αφήγημα -Ερμού 7 ( Αυστηρώς ακατάλληλο δια ανηλίκους άνω των 18 )

You are currently viewing Αφήγημα -Ερμού 7 ( Αυστηρώς ακατάλληλο δια ανηλίκους άνω των 18 )

Αφήγημα -Ερμού 7 ( Αυστηρώς ακατάλληλο δια ανηλίκους άνω των 18 )

Αφήγημα

Γυρίζω το πόμολο της πόρτας. Ημισφαιρικό καθώς είναι μου δίνει αίσθηση της ελαφράς κυριαρχίας πάνω σε γυναικείο μαστό με την περιοχή της θηλής ερεθισμένη. Ο χαλκός, ο παρατημένος, ο σκονισμένος και οξειδωμένος χαλκός μου ξυπνά μνήμες πού συνυπάρχω με δαύτες από τότε που θυμάμαι την νηπιακή μου ζωή στο Λαύριο. Μυρουδιά καύλας πολυκαιρισμένης, χιλιοβασανισμένη, ανακατωμένη με εκείνη του νοτισμένου σκοροφαγωμένου ξύλου και της κλεισούρας.
-Πω πω, ανοίχτε να μπει καθαρός αέρας, έχουμε και το παιδί, αντήχησε στο αραχνιασμένο σπίτι-μαυσωλείο, παραγγελτικά, η φωνή της γιαγιάς Ιουλίας.
“Μια χαρά μυρίζει έτσι, σκατόγρια” διαμαρτυρήθηκα από μέσα μου, αν και μιλούσα αρκετά καθαρά. Εμένα ο πόνος μου και η αγωνία μου ήταν ο Γιώργος, ο Γιωργάκης και πρωτ’ από όλα, χρονολογικά, ο Γκογκούλης μου. Ο πρώτος έρωτάς μου ο πιο αγνός. Που εκείνη τη φορά είχε αργήσει να έρθει να με υποδεχτεί.
Ήξερα ότι μόλις κατέβαινα από την πόρτα του σιέλ, ξεθωριασμένου αθηναίικου λεωφορείου, εκεί στη στάση “Άγαλμα” θα τον εύρισκα να με περιμένει φορώντας το πιο καλοκαιρινό του χαμόγελο. Ήξερε πως μόλις “πάταγα Λαύρειο”, θα τον αναζητούσα με λαχτάρα ανείπωτη.
Εκείνη τη φορά ήταν κρυωμένος και εγκαινιάσαμε το καλοκαίρι μας, δυο μέρες μετά.

Ζούσαμε στο τώρα του κάθε καλοκαιριού, τον αγνό έρωτα που μπορεί να φέρει ακόμα πιο κοντά δυο αγαπημένα ξαδέρφια.
Αγάπη και μίσος μαζί, έρωτας και απαξίωση. Όταν μαλώναμε δερνόμασταν αλύπητα, κυλιόμασταν στο χώμα του δρόμου που τότε χώριζε τα σπίτια μας, ματώναμε γόνατα, άνοιγαν μύτες. Τότε επενέβαιναν είτε το Λολάκι είτε η Αννούλα, οι μανάδες μας να μας χωρίσουν και στο τέλος τρώγαμε και “το ξύλο της χρονιάς μας”.

Και όταν φιλιώναμε καθόμαστε σαν γατούλες, ακουμπώντας άτολμα και διστακτικά ο ένας στο πλάι του άλλου στο πέτρινο “μπαλκονάκι” με το μαντεμένιο κάγκελο και κοιταζόμαστε με ύφος “ζιζάνιου”…

Μια φορά θυμάμαι ήταν να πάρει το μπάνιο της η θεία η Χρυσάνθη, αδελφή της γιαγιάς Ιουλίας, μέσα στο πλυσταριό του σπιτιού μας, θα λουζόταν και με αλισίβα τρομάρα της. Οπότε οργανώσαμε με τον Γιώργο την όλη επιχείρηση. Κάτω από τον φεγγίτη που έβλεπε στην πλακόστρωτη αυλή, μαζέψαμε ένα κάρο παλιατζούρες πού έκαναν ένα είδος ασύμμετρης σκάλας ώστε να μπορέσουμε να απολαύσουμε το αισθησιακό θέαμα της αναδυομένης από τους αφρούς και την αλισίβα Αφροδίτης που είχε καβατζάρει για τα καλά τα εβδομήντα.

Ε, δεν χρειάζεται κάποιος να είναι ιδιαίτερα ευφάνταστος για να μαντέψει την συνέχεια. Ενώ εκστασιασμένοι θαυμάζαμε το γυμνό, νερουλιασμένο κορμί της θείας Χρυσάνθης με τον σκορπισμένο από τα χρόνια τριχωτό διάκοσμό του και τα μεμέ της να φλερτάρουν με το πιπί της, γίναμε μαλλιακούβαρα μετά την κατάρρευση του πρόχειρου οικοδομήματός μας.

Πάνω σ’ αυτό το άσχημο πέσιμο στις πλάκες της αυλής, στο πατρικό της Ερμού 7 στο Λαύρειο που έπαψε να υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια, πετάχτηκα απ’ τον ύπνο μου ταραγμένος. Άναψα το πορτατίφ του κομοδίνου μου. Πάντα όταν βλέπω τον αγαπημένο Γιώργο στον ύπνο μου, διακατέχομαι απ αυτό το παράξενο “θέλω μέχρι τρέλλας, αλλά και φοβάμαι”. Αυτό με ξυπνά, όχι το πέσιμο…
Πίνω δυο γουλιές νερό ίσα να βρέξω το στόμα μου. Πάντα φροντίζεις καλή μου να μου έχεις ακουμπήσει στο κομοδίνο μου ένα ποτήρι νερό, πότε μισοάδειο, πότε μισογεμάτο, πότε φίσκα. Σαν τη ζωή άγγελέ μου… Σαν την γλυκιά, την ανισόρροπη, την πόρνη τη ζωή μας.

Τον Γιώργο, τον θείο σου, τον πήρε η ζωή από κοντά μας και τον οδήγησε στο επέκεινα, αφού πρώτα τον βασάνισε όπως δεν του άξιζε, λίγο μετά τα δεύτερα γενέθλιά σου. Αξιοπρεπής, διακριτικός, τολμηρός στις επιλογές του, συναισθηματικός, εξαιρετικός πιανίστας, δίκαιος, δοτικός, γεμάτος κατανόηση για τον συνάνθρωπο και λαχτάρα για ζωή. Ξέρεις βασίλισσά μου…, θα ήθελα πολύ να είχες γνωρίσει ένα θείο, σαν τον Γιώργο.

ΔΚ290124-Στην Κατερίνα μου

©️2024 Δημήτρης Κανελλόπουλος
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Δημήτρης Κανελλόπουλος

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960 με καταγωγή από το Λαύριο Αττικής. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Πρότυπο Γυμνάσιο το 1978. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Παρίσι και παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης στη Σχολή του Λούβρου. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την Γραφιστική και τις Εκδόσεις σαν ελεύθερος επαγγελματίας με δικό του γραφείο μέχρι το 2016. Μιλά άπταιστα τη Γαλλική και ικανοποιητικά την Αγγλική γλώσσα.  Περπάτημα, κινηματογράφος και ζωγραφική κυριαρχούν στον ελεύθερο χρόνο του. Έχει δυο παιδιά,την Κατερίνα και τον Κωστή. Ζει και γράφει στην Αθήνα.

Αφήστε μια απάντηση