Διήγημα – Τα φαντάσματα του Ελάφους * Μέρος 6ο –

You are currently viewing Διήγημα – Τα φαντάσματα του Ελάφους * Μέρος 6ο –

Διήγημα – Τα φαντάσματα του Ελάφους * Μέρος 6ο –

Διήγημα

Μέρος 6ο

Η κυρία Ιατρίδη κάθισε στην άκρη της μεγάλης δεξαμενής που περίκλυε και τροφοδοτούσε με νερό το μεγάλο σιντριβάνι. Παρέμενε αμίλητη και ανέκφραστη και ενώ συνειδητοποίησε πολύ καλά τι ακριβώς είχε συμβεί το ψυχρό φάντασμα έμοιαζε να επέστρεφε στο πρόσωπο της. Ένιωθε τόνους από γαλόνια νερού να τρέχουν με δύναμη κάτω από τα πόδια της .Τελικά πήρε τη μεγάλη απόφαση να μοιραστεί τη σκέψη της.
«Το παιδί μου είχε πολύ καιρό να χαμογελάσει…και ξαφνικά …»
ένα χαμόγελο που περιέγραφε την ειρωνεία της ζωής χαράχτηκε στο πρόσωπο της
«Είδα πάλι τη χαρά στο χαμόγελο της. Είναι ασυγχώρητο, είναι παρανοϊκό! Όμως από την ώρα που μπήκε στο αμάξι και έφυγε, εκείνη τραγουδούσε και έπαιζε»
Δεν ήταν κάποιος παραλογισμός, αλλά η αλήθεια ενός αποτυχημένου γάμου. Τότε αναφιλητά άρχισαν να γλιστράνε μέσα από τα χείλη της. Ο Ιατρίδης είχε πολλούς ανοιχτούς λογαριασμούς. Δεν μπορούσε να υποψιαστεί ποιος ακριβώς θα αφαιρούσε τη ζωή του. Ο Γιώργος είχε καλέσει από νωρίς ένα ψυχίατρο και μαζί παρακολουθούσαν την κατάθεση της κυρίας Ιατρίδη.
«Πολλές φορές είχατε αναφερθεί σε κάποια κυρία, που πιθανόν να σύναψε σχέσεις με τον αείμνηστο. Έχετε κάποια απόδειξη; Κάποιο στοιχείο που να προδίδει την ταυτότητα της;»
Εκείνη σκούπισε τα δάκρυα της και είπε απλά: όχι , δεν κατάφερα να συγκεντρώσω τίποτα. Ήταν βέβαιο ωστόσο ότι ο Ιατρίδης απέφευγε συστηματικά την γυναίκα του. Αρκετές φορές, εξαφανιζόταν σε ώρες γραφείου.
«Είμαι σίγουρη σας λέω ! Βρήκα ένα σημείωμα με ένα ανώνυμο τηλέφωνο και όταν τον ρώτησα το έσκισε»
Ωστόσο αυτό δεν μπορούσε να σταθεί αιτία και να θεωρηθεί η σύζυγος ένοχη για τον φόνο του Ιατρίδη. Παρότι η ασυνέπεια και η σκληρότητα του, απέναντι σε εκείνη και την μικρή Πολύμνια, έφτασε στην παλινδρόμηση, η κυρία Διακάκη έσπευσε να επιβεβαιώσει ότι κατά το τραγικό συμβάν τα τρία θήλεα ήταν μαζί.
Τίποτα δεν μπορούσε να αποσπάσει το ατάραχο ύφος της εισαγγελέα καθώς ανακρίθηκε κατά σειρά στο ΕΛΑΦΟΣ. Παρουσιάστηκε και κατέθεσε την όποια μαρτυρία της σαν να περνούσε σε συνέντευξη για εργασία. Στην κατάθεση της δήλωσε ότι : ο επονομαζόμενος και εκλιπόν ήταν αυστηρός λόγο του κύρους της δουλειάς του. Έπειτα σε μια ξεχωριστή ανάκριση, ο σύζυγος της δήλωσε πως ο Ιατρίδης σε μια στιγμή εκνευρισμού απευθύνθηκε στην κόρη του με σφοδρή σκληρότητα και την απείλησε. Ο ενοικιαστής και η καμαριέρα κατέθεσαν ότι ήταν απλά ένας φιλήσυχος πελάτης, παρά όσα είπε η καμαριέρα την προηγούμενη νύχτα. Όλοι ανακρίθηκαν και κανείς τους δεν μπόρεσε να πείσει το ψυχίατρο. Τότε Ο Γιώργος πλησίασε τον Στεφάνου και του είπε χωρίς περιστροφές ότι: το ξενοδοχείο δεν θα δεχτεί άλλους επισκέπτες και οι ένοικοι θα παραμείνουν μέχρι νεωτέρας. Και παρότι ο αστυνόμος Στεφάνου αποσύρθηκε μετά τη λύση στο έγκλημα του πύργου , τον ήθελε παραστάτη ανάμεσα σε αυτό το κουβάρι των άμεμπτων ανθρώπων. Στο μεταξύ η αστυνομία θα παρακολουθούσε κάθε εισερχόμενη και εξερχόμενη κλήση του ξενοδοχείου και θα γινόταν έρευνα για τις δημόσιες και προσωπικές σχέσεις του Ιατρίδη.
Ο Στεφάνου δεν υπέδειξε καμία διάθεση και δήλωσε απλά ότι οι γιατροί του συνέστησαν ξεκούραση. Όμως ο Γιώργος βασιζόμενος στην παλιά τους γνωριμία γύρισε απλά την πλάτη και απομακρύνθηκε. Ο Στεφάνου ήταν σίγουρος, ο Γιώργος δεν θα άφηνε ποτέ μόνο και εκτεθειμένο. Κάπου εκεί κοντά μια σκιά παραμόνευε.
Το απόγευμα ο άνεμος ήρθε πάλι και τα δέντρα όπως και την πρώτη μέρα χόρευαν απειλητικά. Ο κύριος Διακάκης κατέβηκε στο σαλόνι για το απογευματινό τσάι. Όλοι είχαν κρυφτεί, όμως καθώς κατέβαινε τη μικρή σκάλα είδε την υπηρέτρια να κλαίει σκυμμένη στις φλόγες του τζακιού. Κρατούσε ένα γράμμα, αλλά μόλις τον αντιλήφθηκε το πέταξε στις φλόγες. Σουλούπωσε την ποδιά της και έπειτα γύρισε προς αυτόν.
-Θέλετε κάτι;
-Θα ήθελα ένα φλιτζάνι τσάι, είπε ο Διακάκης κατεβαίνοντας τα σκαλιά.
-Βεβαίως , απάντησε η καμαριέρα σκουπίζοντας το τελευταίο της δάκρυ. Σάψυχο όπως πάντα;
-Και μαύρη ζάχαρη, αποκρίθηκε ο Διακάκης, γνωρίζοντας το ποιόν της γυναίκας αυτής.
Το γράμμα έγινε στάχτη και κάποια φλεγόμενα κομμάτια του ταξίδεψαν στο ύψωμα της καμινάδας. Οι άνθρωποι του πάνω ορόφου ετοιμάστηκαν για ύπνο μη έχοντας περισσότερες επιλογές. Ζούσαν σε έναν εφιάλτη και άρχισαν να αδημονούν για το τέλος.
Ο αστυνόμος Στεφάνου ξενυχτούσε κάνοντας υποθέσεις στο μυαλό του. Πλησίασε στο παράθυρο και εκεί αφουγκράστηκε τα σιδερένια κρίνα από τους χύτες της Ελαφίνας να ταλαντεύονται και να κουδουνίζουν ανατριχιαστικά.
Δεν τελείωσε με το φόνο του Ιατρίδη. Απόψε κάτι νέο θα γίνει.
Έλεγε ένα δαιμόνιο ένστικτο στα αυτιά του. Το κουδούνισμα στο τηλέφωνο τον απέσπασε από το σκέψη του. Έσφιξε το ζωνάρι της ρόμπας του και έσπευσε βιαστικός να απαντήσει.
«Ναι;»
Ένας χαμός από παράσιτα κατέκλεισε την άλλη μεριά της γραμμής . Και μια φωνή που σφηνωμένη κάπου ανάμεσα στον φάριγκα και τις χορδές αποκρίθηκε χαρακτηριστικά
Στις δέκα το βράδυ … οπλαποθήκη.
Κι άλλα παράσιτα γέμισαν την γραμμή. Η φωνή επανέλαβε.
Στις δέκα το βράδυ … οπλαποθήκη …
Ύστερα η γραμμή έκλεισε. Η πρώτη σκέψη του Στεφάνου ήταν να ενημερώσει τον Γιώργο για το τηλεφώνημα. Έπειτα σκέφτηκε ότι ίσως αυτό να σταθεί ατόπημα. Μπορεί ο δολοφόνος να παρακολουθούσε το τηλέφωνο εξ αρχής. Βγήκε στο διάδρομο. Αφού γύρισε το κλειδί στην πόρτα δυο φορές κατευθύνθηκε προς το τέλος του διαδρόμου, με προορισμό τον κάτω όροφο. Τότε η πόρτα ενός δωματίου άνοιξε και στο άνοιγμα της φάνηκε ο ενοικιαστής του ξενοδοχείου.
-Κύριε ενοικιαστή . Πόση ώρα βρίσκεστε στον πάνω όροφο ;
– Εδώ και ένα δίωρο αστυνόμε. Τώρα που πλέον δεν έχουμε αφίξεις, αναπαύομαι περισσότερο .
– Τότε;
– Τότε, τι;
-Ποιος σύνδεσε το τηλέφωνο από τη ρεσεψιόν στο δωμάτιο μου;
-Πιθανών η καμαριέρα, κύριε Στεφάνου.
Ξαφνικά ο Στεφάνου του έγνεψε να σωπάσει. Μια διάχυτη μουσική, σαν να ερχόταν από κάπου μακριά του ενόχλησε τα αυτιά. Δεν προερχόταν όμως από το χώρο του καταλύματος. Ο αστυνόμος άνοιξε το παράθυρο του διαδρόμου. Ένα παλιό τραγούδι ανακατευόταν ανατριχιαστικά με το σφύριγμα του αέρα. Σαν κάποιο γραμμόφωνο που στήθηκε πέρα από την ερειπωμένη Ελαφίνα . Μα ναι! Πως δεν το σκέφτηκε πιο πριν. Η οπλαποθήκη!
Ας ερχόσουν για λίγο μονάχα για ένα βράδυ
να γεμίσεις με φως το φριχτό μου σκοτάδι
και στα δυο σου τα χέρια να με σφίξεις ζεστά
ας ερχόσουν για λίγο κι ας χανόσουν μετά

Ο ενοικιαστής αναρίγησε. Ο Στεφάνου κοίταξε ψύχραιμος την ώρα στο ρολόι του. Ήταν κιόλας δέκα παρά τέταρτο.
Τι να τον περίμενε εκεί έξω;
«Σας ευχαριστώ» είπε στον ενοικιαστή χωρίς περεταίρω ερωτήσεις. Ευχόταν τουλάχιστον το ένστικτο του να μην έπεφτε έξω. Κλειδώθηκε πάλι στο δωμάτιο του. Γέμισε με σφαίρες το όπλο του και έβγαλε έναν μικρό φακό από το συρτάρι.
Πολλές παρουσίες κινούνταν αόρατες γύρω του. Και αν δεν ήταν λογικός όπως πάντα και αν δεν κρατούσε την ανάσα του για λίγο ακόμα ίσως ο φόβος να τον είχε κυριεύσει. Γέμισε με διάφορα πράγματα τις τσέπες του, για τα οποία δεν μιλούσε.
Κατέβηκε στο καθιστικό επιφυλακτικός. Η φωτιά είχε σβήσει σχεδόν και κανένας δεν υπήρχε τριγύρω, όμως μια δυνατή μυρωδιά από βότανα αρωμάτιζε το χώρο. Η πόρτα της ρεσεψιόν ήταν ξεκλείδωτη, παρότι ο Στεφάνου είχε ένα αντικλείδι για να περίπτωση ανάγκης.
Η μουσική είχε σταματήσει. Βγήκε έξω, κατέβηκε τα σκαλιά της βεράντας και βημάτισε αργά, φωτίζοντας το μονοπάτι με τον μικρό φακό. Το πέρασμα δίπλα στην εγκαταλειμμένη Ελαφίνα ξυπνούσε τους φόβους. Ο αέρας τρύπωνε από τα σπασμένα παράθυρα και τα φίλα από της Ιταλικές ντουλάπες ανοιγόκλειναν με δύναμη.
Το δάσος γινόταν όλο και πιο βαθύ όσο πλησίαζε στο σημείο συνάντησης. Όταν πια αντίκρισε την είσοδο της οπλαποθήκης έφεξε τριγύρω ψάχνοντας για κάποια παρουσία. Σφύριξε σαν νυχτοπούλι προσπαθώντας να δώσει κάποιο σύνθημα, όμως το χέρι, μέσα στην τσέπη του παλτού του έσφιγγε το μικρό όπλο καχύποπτα.
Μπήκε μέσα στην μικρή σκοτεινή σήραγγα όπου κάποτε οι Ιταλοί φύλαγαν τα όπλα και τις χειροβομβίδες. Σύμφωνα με την καταγραφή του Ελληνικού στρατού όμως μετακινήθηκαν. Ένιωσε κάποια ασφάλεια με το γεγονός αυτό , ύστερα επικαλέστηκε τον μυστηριώδη άνθρωπο που όρισε την συνάντηση.
«Είναι κανείς εδώ;» είπε και σήκωσε ελαφρά το όπλο μέσα στην τσέπη του. Δεν ακούστηκε φωνή ανθρώπου, ούτε και πουλιού. Ο άνεμος ανακάτευε όλους τους ήχους της φύσης στο πέρασμα του. Ο αστυνόμος είχε μόλις προλάβει να αντιληφθεί τα βήματα πίσω του, πρώτού ένα βαρύ αντικείμενο τον χτυπήσει στο κεφάλι και τον σωριάσει. Πρόλαβε όμως, να τραβήξει το όπλο του και να πυροβολήσει τυφλά, προς την αδιόρατη φιγούρα που έφευγε τρέχοντας στο χωματόδρομο .Ακούστηκαν και άλλα βήματα. Και άλλα. Και άλλα . Άνθρωποι κυνηγιόντουσαν στο σκοτάδι.
Ο Στεφάνου ένιωσε να ταράζετε πάλι από τις αρρυθμίες της καρδιάς του. Ώσπου , δυο γερά χέρια τον αγκάλιασαν και τον σήκωσαν από το έδαφος.
«Αστυνόμε. Όλα είναι καλά. Είμαστε πίσω τους»
Ο Στεφάνου αναγνώρισε την φωνή ενός νεαρού ανθυπαστυνόμου που συμμετείχε στην έρευνα όταν βρέθηκε το πτώμα του Ιατρίδη. Μέχρι να φτάσουν στο κατάλυμα του Ελάφους ο Γιώργος είχε συγκεντρώσει όλους τους ενοίκους στο καθιστικό. Άλλοι νυσταγμένοι μέσα στις ρόμπες τους, άλλοι θυμωμένοι για το αργό της ώρας.
Ο ανθυπαστυνόμος έβαλε τον Στεφάνου να καθίσει σε ένα από τα τραπέζια του καθιστικού.
«Λυπάμαι για αυτή την εμπειρία, Άκανθε.» είπε ρίχνοντας του ένα κοφτό βλέμμα ο Γιώργος «Είχα υποψιαστεί ότι θα υποκλέψουν τις συνομιλίες. Και τώρα κύριοι έχουμε πολλά να πούμε και να ΑΠΟΚΑΛΥΨΟΥΜΕ» Κοίταξε ολόγυρα, ενοίκους, ενοικιαστές και καμαριέρες
«Κύριε ένοικε, μου δίνετε σας παρακαλώ το κλειδί της μπροστινής και της πλαϊνής πόρτας;»
«Βεβαίως» αποκρίθηκε ο ένοικος «τα έχω επάνω μου»
Βάλθηκε να ψάχνει στις τσέπες του παντελονιού, του πουκαμίσου και όπου αλλού θα χώραγε ένα κλειδί. Έκπληκτος, κατάλαβε πια ότι δεν τα είχε.
«Στεφάνου;» είπε κοιτώντας ερωτηματικά ο Γιώργος προς τον αστυνόμο. Ο Στεφάνου ζαλισμένος από το χτύπημα δήλωσε ότι πυροβόλησε στο τυφλά αυτόν που τον χτύπησε. Ο Γιώργος, απευθύνθηκε προς την κυρία Ιατρίδη.
«Κυρία μου. Σας είδα να περπατάτε λειψά .Είχατε πολλούς λόγους να σκοτώσετε τον σύζυγο σας. Δείξτε μου τα πόδια σας»
Εκείνη αιφνιδιασμένη άφησε την Πολύμνια να βγει μέσα από τα χέρια της. Το πρόσωπο της κοκκίνησε από ντροπή αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά . Σήκωσε την άκρη από το νυχτικό της και φανερώθηκε ως τα κάτασπρα χτικιάρικα της γόνατα.
-Σας το ορκίζομαι. Δεν θα του έκανα ποτέ κακό.
-Έξω ωστόσο, ακούσαμε ένα λυπητερό τραγουδάκι. Λύπη για το χαμό του ίσως; Ή την απληστία του;
– Σας το ορκίζομαι! Δεν ξέρω τι έπαθε, δεν μου μιλούσε ποτέ!
Ο Στεφάνου πήρε θέση. Σηκώθηκε από το κάθισμα του με τη βοήθεια του ανθυπαστυνόμου και είπε: εκτός και αν κάποιος ήθελε να ενοχοποιήσει την κυρία Ιατρίδη. Κάποιος που τη ζήλευε. Τι λέτε εσείς κυρία Διακάκη;
Η κυρία Διακάκη χαμογέλασε με χαρακτηριστική ειρωνεία.
-Τι εννοείτε; Πως εγώ είχα λόγους να σκοτώσω τον Ιατρίδη;
– Ίσως να είχατε πολλούς λόγους , εφόσον ο Ιατρίδης ήταν λέκτορας σας, στο Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο. Σαφώς μετά παντρεύτηκε την κυρία Ιατρίδη . Με το πρόσχημα της εγκυμοσύνης.
-Είναι αδιανόητο! Ξεχνάτε πως είμαι δικαστικός!
-Αυτό δεν εμπόδισε εσένα και τον συγγενή σου να παίξετε το ζευγάρι και να έρθετε εδώ.
Ο νεαρός Διακάκης προχώρησε ένα βήμα μπροστά από εκείνη. Όπως ο λέοντας όταν θέλει να προστατέψει τη θηλυκιά .
«Είμαστε ξαδέλφια . Έπρεπε όμως να την προστατέψω, από αυτόν τον επιπόλαιο μισάνθρωπο ! Δεν έχω ιδέα ποιος μπορεί να τον σκότωσε. Ήταν τέτοιος παλιάνθρωπος όμως που καλά του έκανε»
Η νεαρή σωριάστηκε ανήμπορη στην καρέκλα δίπλα της. Το πατζάκι από τη μεταξωτή της πιτζάμα ανασηκώθηκε και πάνω από τον αστράγαλο, η πληγή της σφαίρας φάνηκε νέα και καυτηριασμένη. Την πέτυχε ξώφαλτσα.
«Ήσυχα τώρα αγαπητή μου.» είπε ο Διακάκης χαϊδεύοντας της στοργικά τα μαλλιά.
Η καμαριέρα διέγραψε μια μικρή βόλτα από τη ρεσεψιόν ως το σβησμένο τζάκι με ένα βλέμμα μετάνοιας.
«Κανένας δεν τον σκότωσε. Ήταν άρρωστος»
Όλοι την κοίταξαν άφωνοι. Τον είχαν ικανό για πολλά , όμως όχι για αυτό.
«Συνεχίστε!» έκανε αυστηρά ο Στεφάνου.
«Πριν φύγει. Άφησε ένα γράμμα στην κυρία Διακάκη. Της έγραφε ότι δεν μπορούσε πια να υποφέρει αυτός και οι άλλοι γύρω του. Πως αυτός που φοβέριζε κάθε φορά η Πολύμνια ήταν ο ίδιος αλλά όχι θελημένα. Πως της αφήνει όλη του την περιουσία , με μια συγνώμη. Με τον όρο να μην μαθευτεί το μυστικό του. Πως… πως…»
Ο νεαρός Διακάκης έγινε έξω φρενών.
«Ήξερα ότι αυτό που έκαιγε στο τζάκι είχε κάποια σχέση ! Το έκλεψε από το σακάκι σου καλή μου!»
Ο Γιώργος κατά ένα αγενή τρόπο του έκανε νόημα να το βουλώσει και παρότρυνε την καμαριέρα να συνεχίσει.
«Ζητάει … ζητάει να τον συγχωρέσει. Και λυπάται για τον πόνο που της προξένεψε. Ότι πρέπει η περιουσία πάση θησεία να περάσει σε εκείνη. Και πως αν μαθευόταν ποτέ η ασθένεια του, η περιουσία θα πέρναγε στους επόμενους συγγενείς»
Η κυρία Ιατρίδη λύσσαξε και παραλίγο να έβγαζε αφρούς από το στόμα. Όμως ο νεαρός Διακάκης είχε κι άλλες απορίες να λύσει.
«Η γυναίκα μου γνώριζε ότι έπασχε. Σκόπευε να φοβερίσει τον αστυνόμο για να μην αποκαλυφθεί. Εσύ άφησες τις πόρτες ανοιχτές, για να φύγει και να γυρίσει αόρατη μέσα στη νύχτα. Γιατί μας βοήθησες; Γιατί δεν θες να περάσει η περιουσία στη μάνα και το παιδί»
Η υπηρέτρια σήκωσε ελαφρά το χέρι προς την Πολύμνια.
«Μα δε βλέπετε… Δεν έχει τίποτα από εκείνον…»
«Εσύ φταις για όλα παλιογύναικο!» ούρλιαξε η χήρα Ιατρίδη , που ήταν έτοιμη να ριχτεί πάνω στην κυρία Διακάκη. Ευτυχώς ο ανθυπαστυνόμος πρόλαβε να την κρατήσει. Λυσσομανούσε και άφριζε μέσα στα χέρια του «Τώρα που ο κόσμος θα μάθει ποιος ήτανε ο Ιατρίδης δεν θα πάρεις ούτε μια λύρα! Ούτε δεκαράκι τσακιστό! Ο άχρηστος! Ο αλλοπρόσαλλος!»
Ο Γιώργος τα άκουγε όλα αυτά ήρεμος. Μισόκλεισε τα μάτια όσο άκουγε την χήρα να παραληρεί και ύστερα αποφάσισε.
«Δεν θα μαθευτεί τίποτα, γιατί δεν υπάρχει η παραμικρή απόδειξη για αυτό. Είμαι βέβαιος πως έστω αργά θα δικαιωθείτε κυρία Διακάκη.»

——————————-

Πέρασαν δυο μήνες.
Ο πρίγκιπας Λεοντής έκοψε μια άγρια παπαρούνα που φύτρωσε κάτω από τη σκιά του Πύργου. Την μύρισε καθώς τα μάτια του γέλαγαν ευτυχισμένα.
«Η πριγκίπισσα βρίσκεται στον πέμπτο μήνα. Δεν ξέρω αν υπάρξω ποτέ πιο ευτυχισμένος στη ζωή μου. Είναι πανέμορφη , όπως την ήξερα πάντα. Θα έρθετε στα βαφτίσια φυσικά …»
Γύρισε και κοίταξε τον Στεφάνου λίγο πιο πέρα από τον ώμο του. Εκείνος χάζευε το αχνό φως του ήλιου σαν να΄ταν η τελευταία φορά.
«Δεν έχω ιδέα… Πρέπει πρώτα να αφήσω ένα γράμμα στους γιούς μου»
Ο Λεοντής έκοψε άλλη μια παπαρούνα ονειροπολώντας. Έπειτα συνοφρυώθηκε σαν κάτι να μην άκουσε καλά.
«Μα αστυνόμε. Νόμιζα ότι έχετε ένα γιό»
Γύρισε και τον γύρεψε τριγύρω με το βλέμμα του. Έπρεπε να΄χε κιόλας φύγει.

©️2024 Μαρία Μίγκλη
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Μαρία Μίγκλη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ - Ονομάζομαι Μαρία Μιγκλη. Γεννήθηκα στις 8/12/92. Είμαι βοηθός νοσηλευτή. Άρχισα να ξεδιπλώνω τον εαυτό μου στο χαρτί στα 15 μου χρόνια γράφοντας ένας εφηβικό διήγημα με τίτλο «Ο Άγγελος μου» όπου δύο έφηβοι ερωτεύονται και γίνονται γονείς σε μια πολύ νεαρή ηλικία. Συνέχισα να γράφω κάποια διηγήματα και δημοσιεύοντας ποιήματα σε εφηβικά περιοδικά, ανακαλύπτοντας με τον χρόνο πως οι λέξεις χρωματίζουν μόνο με την αγάπη και το μεράκι του δημιουργού ,ότι ο λόγος έχει τη δύναμη να ενώνει η όπως έλεγαν οι πρόγονοι μας να δυναστεύει. Στα 21 μου χρόνια δημοσίευσα το διήγημα «Ένα λουλούδι πριν φύγεις» στη Συλλογή έρωτες στα Δωδεκάνησα των εκδόσεων Βερρετα. Το διήγημα αφηγείται τον τραγικό έρωτα ενός ζευγαριού στα πρόθυρα του Β Παγκόσμιου πολέμου. Έπειτα συμμετείχα σε διαγωνισμούς ποίησης. Ενα από τα ποιήματα είναι και το ποίημα «Μνήμη». Το καλοκαίρι του 2018 , κερδίζω την 9η στις 20 θέσεις του διαγωνισμού διηγήματος , από τις εκδόσεις ΕΛΚΥΣΤΉΣ. Το Διήγημα μου με τίτλο «Το άγρυπνο της βλέμμα» περιέχεται στη συλλογή ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΆΣ , και μας εξιστορεί ,τον έρωτα ενός βετεράνου στρατιώτη για μια νοσοκόμα και την αναζήτηση της. Τον τελευταίο καιρό συμμετέχω στο περιοδικό ΚΕΦΆΛΟΣ. Το 2023 , εκδίδω το πρώτο μου παραμύθι με τίτλο Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ . Ένα παραμύθι γραμμένο με αγάπη για την ανθρωπιά , την καλοσύνη και την ανιδιοτέλεια , από της εκδώσεις ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ .

Αφήστε μια απάντηση