Διηγηματική ιστορία – Τέταρτο μέρος
Δεν πέρασαν λίγα λεπτά από όταν ο Βίος συνάντησε στο δρόμο τον Δημήτρη Ελαφάκο . Ήταν ένας άντρας πανύψηλος και αδύνατος , από τους λίγους που κατάφεραν να σπουδάσουν στη ρίζα των Άλπεων, σ΄ένα πανεπιστήμιο θεόρατο σαν κάστρο.
– Βαγιανέ αδελφέ μου, είπε φιλώντας τον αδελφικά, περάσανε χρόνια.
Προχώρησαν μαζί κατά μήκος της πλατείας με τα μικρά καφενεδάκια, που μια τέτοια απογευματινή ώρα γέμιζαν από κυρίους. Ήθελε να τον συγχαρεί για την απόφαση του να αρραβωνιαστεί, όμως φάνηκε να κολλιέται από τις πρώτες κιόλας λέξεις. Ο Βίος στάθηκε μαζί του στην άκρη του δρόμου.
-Τι συμβαίνει;
Ο Δημήτρης έπλεξε τα δάχτυλα του μεταξύ τους. Τάχα πως ήταν συνεσταλμένος και φοβόταν μη θίξει κανένα με τα λεγόμενα του. Ισχυριζόταν όταν κάτι ήθελε να του πει, αλλά δεν έβρισκε το θάρρος.
-Έλα μαζί μου.
Έγνεψε ήρεμα ο Βίος Αβίωτος και τον έσυρε μαζί του σ΄ένα από τα τραπεζάκια της ΓΑΛΙΆΝΔΡΑΣ. Καθώς βάδιζαν προς τα εκεί, ο Δημήτρης πήρε πλέον την απόφαση του.
-Βίο, ήμουν πολύ ευτυχής για εσένα. Όμως είδα κάτι που δε θα σε χαροποιήσει.
Κάθισαν στο τραπέζι και χωρίς να πάρει κάποια ανταπόκριση άρχισε να εξομολογείτε ότι είδαν οι οφθαλμοί του.
-Πριν δυο μέρες, μπορεί και τρείς. Τρείς… Δε θυμάμαι ακριβώς. Βρέθηκα στη στοά, στο μαγαζί με τα μυρωδικά.
-Από πότε μαγειρεύεις;
-Άφησε με να ολοκληρώσω!
Χωρίς να κολλιέται περεταίρω του διηγήθηκε τα λίγα και θαυμαστά. Μιλούσε και κούναγε τα χέρια του με σημασία και με ζήλο.
-Εκείνη την πρωία… Η κατά κόσμων Ψυχούλα, με την οποία έχεις λογοδοθεί, στρίμωξε στην έξοδο της στοάς έναν νέο μετρίου αναστήματος. Λίαν σκανδαλιστικών δια την μικρή μας κοινωνία, αγαπητέ μου Βίο! Στάθηκα εντός της βιτρίνας αποστομωμένος και την είδα να του απευθύνεται μετά επίμονου πάθους. Κατόπιν αυτού, είδα τον στούμπο να τρέπεται προς φυγή και τη δεσποινίδα να σπεύδει ξοπίσω του, κουνάμενη σαν αλεπού! Ο Θεός να με συγχωρέσει, τους ακολούθησα, ώσπου έφτασαν παρέα έξω από ένα κτήριο. Μπήκανε χωριστά, παραφυλώντας για να μη δώσουν στόχο. Και τι άλλο θα ήταν αυτό το κτήριο , αγαπητέ μου, αν δεν είναι ο πύργος των εσχάτων!
Ο Βίος τον κοίταξε αμίλητος και σχεδόν πεπεισμένος όπως όλοι σε αυτά τα συμβάντα. Τελικά όμως, ένα αχνό γελάκι ξέφυγε μέσα από τα χείλη του έπειτα ένα χαχανητό θορύβησε το ήσυχο απόγευμα.
-Πόσο βλάξ μπορεί να είσαι! Μπορείς και γελάς;
Μούγκρισε ο νεαρός Ελαφάκης με δυσαρέσκεια.
-Καλέ μου φίλε. Τόσο πολύ σε κούρασε το διάβασμα! Αυτό που είδες, δε συμβαίνει παρά μόνον στο κεφάλι σου.
Ο Δημήτριος Ελαφάκης σήκωσε τα μάτια προσπαθώντας να κοιτάξει λίγο ψιλότερα από το μέτωπο του. Όμως ο βίος, μόνο βλάκας δε θα μπορούσε να είναι. Του χτύπησε τον ώμο και μια στιγμή πριν ο σερβιτόρος έρθει στο τραπέζι, του είπε ότι χάρηκε πολύ αλλά είχε εκκρεμότητες να τακτοποιήσει.
Περπάτησε ώσπου το Καφέ της ΓΑΛΙΑΝΔΡΑΣ δε φαινόνταν πλέον πίσω του. Έπειτα άρχισε να τρέχει ξέροντας πως όσα άκουσε μόνο αυταπάτες δεν ήταν. Η στοά με τα μπαχαρικά δεν ήταν πολύ μακριά, έπρεπε να μάθει αν όντως η Ψυχούλα πέρασε από εκεί. Έστριψε στη στοά, ελπίζοντας πως το μαγαζί με τα μπαχαρικά είναι ακόμα ανοιχτό. Εκεί όμως, βρήκε τον μέλλοντα πεθερό του να ανεβαίνει το τελευταίο σκαλί. Ο γέρος Αβίωτος τον συνόδεψε από ώρα σε μια βόλτα προκειμένου συζητήσουν οι δυο τους.
-Βίο παιδί μου. Σπεύδεις και εσύ να καταγγείλεις το γεγονός;
-Ο! καλησπέρα πατέρα… και πατέρα.
Ο γέρος Αβίωτος άνοιξε τα χέρια του θέλοντας να αγκαλιάσει το σπλάχνο του.
-Όλη αυτή η ψυχραιμία σου, υπέδειξε την καλή αγωγή που σου έδωσα παιδί μου.
Ο Βίος ξερόβηξε και έστησε το τρανό του ανάστημα απέναντι στους δύο άντρες.
-Με επηρέασε ο λόγος σου πατέρα!
-Αυτό είναι βέβαιο, έκανε πασίχαρος ο Κύριος Αβίωτος
-Ήξερα ότι μεγαλώνω ένα φρόνιμο παιδί. Και η Ψυχούλα! Τόσο απονήρευτο και άξιο πλάσμα! Γι΄αυτό πήγαμε στο τμήμα. Γιατί κάποιοι ζηλεύουν αυτό το ταίριασμα. ΚΑΠΟΙΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΕ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΟΥΝ, συμπλήρωσε κουνώντας το δάχτυλο επιδειχτικά.
-Μα, ναι… Ναι! έγνεψε καταφατικά ο κύριος Ενάρετος, που όλος ο κόσμος θα ήθελε να είχε την ευτυχία των παιδιών του.
©2023 Μαρία Μίγκλη
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
