Ποίημα
Φύγαμε για μια αιματηρή μάχη,
να αγωνιστούμε για τη νίκη,
κι όλα τα κορίτσια και τ’ αγόρια έκλαιγαν.
Ο άνεμος φυσάει στην πορεία της καταιγίδας
ιαχή η μικρή και η μεγάλη κραυγή.
Όλοι ελπίζουν να βρουν
δύο κέρατα να ανεμίζουν
ν’ ακούγονται φωτεινά και δυνατά
σαλπίζοντας την ευτυχία, τη νίκη
ή τον θάνατο.
Δεν περνάει η ώρα μέσα στη νύχτα.
Νωρίς το πρωί όταν ανατείλει ο ήλιος
η φύση με τον παλιό τρόπο
στη σκιά μιας βελανιδιάς
αναστενάζει σιωπηλά.
Το αιώνιο που λείπει
η έκφραση μιας όμορφης ψυχής.
Φως, ντροπαλότητα στη γη
πάνω στο βράχο,
όπου δεν υπάρχουν θνητά ίχνη.
Υπάρχει τίμημα που έχει οριστεί!
Πρέπει να γευτείς μια δυνατή φωτιά
ανακατεύοντας γάλα και τριαντάφυλλα.
αφήνοντας να μπει το ανοιχτό μωβ.
Όσο υπάρχει ακόμα ελπίδα στη γη
μόνο ένα μάτι μπορεί να τη δει,
έξω από τη γη.
Το σκοτεινό ατέρμονο φρεάτιο…
βαθιά στην καρδιά, αντηχεί.
Όχι να φοβόμαστε τη δύναμη των ανθρώπων·
μια χαριτωμένη μορφή αυτογνωσίας.
Ήταν μόνο ένας αιώνας στη μέρα,
μερικές φορές πρέπει να είσαι σιωπηλός.
Το πιο πιστό καταφύγιο που έχεις
ένα γέμισμα της άδειας καρδιάς,
τα μάτια π’ ανταλλάσσουν ελπίδα.
Ακριβώς αυτό,
ακριβώς έτσι είναι η ζωή,
όταν η καρδιά συναντά την καρδιά!
Ζήσε με αυτό,
προκλητικά ούρλιαξε
ο άνεμος, φύσηξε φρέσκος και ελεύθερος·
η καταιγίδα μαίνεται,
ακτινοβολεί από μέσα σου,
ω! θαύματα όλης της γης…
Η κραυγή ακούγεται στην μανιασμένη καταιγίδα,
σαγηνευτικοί ήχοι της άρπας,
στην φλεγόμενη θάλασσα,
πέρα από την απεραντοσύνη.
©2024 Δανιήλ Τσιορμπατζής
Αρθρογράφος – Ποιητής

υπέροχο!