Ποίημα
Με μαύρα σύννεφα ο ουρανός πυκνώνει
και οι ψυχές που διψασμένες μένουν,
εκλιπαρούν νερό που θ’ ανυψώνει,
ανάσες τους που αργοπεθαίνουν.
Μα χάρη δε τους κάνει ούτε εκείνος,
που έτσι ξαφνικά τ’ απομακρύνει.
Κάθε δροσοσταλίδα χαμένος κρίνος,
που πέφτει σ’ ερημιές και φθίνει.
Ατάραχη και η φωνή του ανέμου,
που απέθετε τη λησμοσύνη.
Κι ούτε σημάδι μετάνοιας θεέ μου,
παρά μονάχα αγνωμοσύνη.
Απανταχού απελπισία και θρήνος,
που από καιρό μάζευε βάθος.
Να αιωρείται ένα γιατί και τίνος
ήταν το φταίξιμο, γι΄αυτό το λάθος.
©2026 Δώρα Ζαχαροπούλου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια

Παναγιώτης Κουμουνδούρος
Ένα συγκλονιστικό, ελεγειακό τοπίο που ψηλαφίζει με σπάνιο λυρισμό τα σκοτάδια
της ανθρώπινης ερημιάς. Η ποίησή σου συνθέτει μια υποβλητική μυσταγωγία,
όπου η φύση συνδιαλέγεται βουβά με το βάρος της ψυχής.
«Κάθε δροσοσταλίδα χαμένος κρίνος,
που πέφτει σ’ ερημιές και φθίνει.
Εδώ η γραφή σου αγγίζει το απόλυτο. Αυτή η ταύτιση της εφήμερης δροσοσταλίδας
με την αγνότητα του κρίνου, που σπαταλιέται ανώφελα στην απάθεια του κόσμου,
είναι μια μεταφορά σπάνιας αισθητικής δύναμης.
Με έναν εσωτερικό, πένθιμο ρυθμό, καταφέρνεις να αποφύγεις τον εύκολο μελοδραματισμό
και να αφήσεις στο τέλος εκείνο το «γιατί» να αιωρείται σαν μια ανοιχτή,
πανανθρώπινη πληγή.
Ευχαριστούμε για αυτή τη βαθιά αισθαντική και ώριμη κατάθεση!
Συνέχισε τη δημιουργική σου επίθεση!!!