Ποίημα
Ότι χρειάζεται να πω,
το βρίσκω σε λέξεις προκατασκευασμένες
Δεν χρησιμοποιώ την απόγνωση,
απεχθάνομαι τα δάνεια
Διατηρώ απλώς ακέραιη την υπομονή
Οι μέρες μου έχουν σταυρωμένα τα χέρια
Τις Κυριακές βγαίνω
Συνομιλώ με τα περιστέρια της πλατείας
για να διατηρούμαι σώα.
Με γνωρίζουν από παλιά- ήμουν δέντρο κάποτε
Ερχόσουν κι εσύ
Κρεμούσες το καπέλο σου, στο πιο χαμηλό κλαδί
Οι ρίζες μου ρουφούσαν λαίμαργα τον έρωτα
κι άνθιζα.
Μιλούσαμε
γελώντας
για πράγματα που δεν είχαν ονόματα
και τα γνωρίζαμε μόνο οι δυο μας.
Ήμουν όμως πολύ κοντά σου
για να μ΄ ονειρευτείς-
πάντα ριζωμένη, αμετακίνητη.
Κι οι κουβέντες έχασαν το σχήμα τους
Στα βλέμματα βασίλεψε ο ήλιος,
ο ουρανός ξέφτια μπλε
Απ΄ το δέντρο που ήμουν, ένα κλαδί απόμεινε.
Κρεμούν, τώρα σ΄ αυτό,
οι αυτόχειρες της πόλης,
το αποχαιρετιστήριο σημείωμα.
Επιστρέφω σπίτι το σούρουπο
Στην εξώθυρα, η ίδια πάντα απορία,
με υποδέχεται
«Ποιοί είναι αυτοί οι ξένοι που γίναμε;»
©️2025 Κωνσταντίνα Ζαγάρη
(2023)
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα
