Ποίημα
Ο ήλιος ταλαντευόταν πίσω απ’ τη χαράδρα
Έβλεπα τις πλεξούδες του
άναρχα χυμένες στις πλάτες του
Στους αχυρώνες οι κάδοι κουδούνιζαν
Ένα λοξότμητο τριφύλλι
ερωτευόταν μια κατακίτρινη αγριάδα
Η σιωπή της πρωίας υποχωρούσε στους αργοξυπνημένους θορύβους της πόλης
Ο κόκορας του γείτονα κάθισε περήφανα στο φράχτη
και η μικρή πασχαλιά
κάτι μουρμούριζε για μιαν Ανάσταση.
Προς το παρόν
όλα παρέκαμπταν εσκεμμένα
τους λυπημένους κήπους της Σιών.
Τον άρπαξα απ’ τα κοντοκουρεμένα μαλλιά
που μοσχοβολούσαν λεβάντες και κυπαρισσόμηλο.
Ω! Πόσο εύκολο σου είναι
να με κάνεις να πιστεύω σε θαύματα.
Με κοίταξε με μια παιχνιδιάρικη
αθωότητα.
Ναι! Μπορώ, φώναξε
Αλλιώς
δεν θα ‘μουνα Απρίλης…!
©️2025 Φιλαρέτη Βυζαντίου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
