Ποίηση
Μέσα στα πεύκα
δειλός κορυδαλλός
Εισπνέω ιλαρότητα
και λίγη
μετρημένη στα δάχτυλα
ευφροσύνη
Κι όμως
αυτή η δύσπνοια
γιατί ποτέ δεν με αφήνει ;
Πίσω από την πλάτη μου
το θέρος καγχάζει
και με καρφώνει ύπουλα
Θα ποντάρω όλες μου τις αντοχές
στο μπλε
Αν ξεμείνω στο κόκκινο
είμαι χαμένη
Και δεν μου έμεινε ανάσα
να προσευχηθώ
στο αιωνίζον λευκό
Λυγίζω πάνω στην κουπαστή
του ήλιου
Όλες οι ώχρες με πολεμάνε
Εσύ
από πότε ξεθώριασες
τόσο πολύ;
Το φιλί , το φιλί , να θυμάσαι
φωνάζεις
Ήταν ψεύτικο , ψεύτικο
απαντώ
Νοστάλγησα
τη νηνεμία των αισθημάτων
Αναπολόγητες
η παρουσία
μα και η απουσία σου
Στο καμίνι μου
λειώνουν
όλα
πάθη, σκέψεις ,λέξεις
Λειώνω εγώ
η πήλινη
Λειώνεις εσύ
το μαντέμι
Εκείνος ο δόλιος έρωτας
αλήθεια
πώς τολμάει ακόμη
να αντέχει ;
Ο κορυδαλλός
Τα πεύκα
Το μαχαίρι στην πλάτη
Το κόκκινο
Το μπλε
Το αιωνίζον λευκό
Ρέω θλιμμένη ώχρα
στο εκμαγείο σου
Διαφανές πια το νέο μου πρόσωπο…
©2025 Φιλαρέτη Βυζαντίου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
